Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

B-Squared για τον ZX Spectrum από τον Paul Jenkinson

Ο Paul Jenkinson επέστρεψε! Όχι, δεν είναι αυτό που νομίζετε, δεν ανέβασε νέο επεισόδιο του The Spectrum Show στο Youtube (αν και κάτι μου λέει ότι λίαν συντόμως θα το κάνει). Αυτή τη φορά φόρεσε το καπέλο του game programmer και μας χάρισε τη νέα δημιουργία του, ένα γλυκό platform παιχνίδι που έρχεται να διαδεχτεί τα Code Zero και Deep Core Raider στον κατάλογο με τα gaming έργα του πολυσχιδούς, πολυπράγμoνος και πολυτάλαντου λάτρη του ZX Spectrum.

Όπως συμβαίνει και με τις υπόλοιπες πρόσφατες δημιουργίες του Paul Jenkinson, το B-Squared είναι φτιαγμένο με την σουίτα δημιουργίας παιχνιδιών Arcade Game Designer του Jonathan Cauldwell την οποία ο Paul παίζει πραγματικά στα δάχτυλα, καθώς μέχρι και video μαθήματα για την χρήση της έχει φτιάξει στο παρελθόν!


Το B-Squared, αν και καθαρόαιμο platform game είναι αρκετά πρωτότυπο: το πρώτο στοιχείο του που κάνει εντύπωση είναι το ότι, αντικρίζοντας ένα screenshot του παιχνιδιού είναι μάλλον δύσκολο να εντοπίσουμε με την πρώτη τον χαρακτήρα που ελέγχει ο παίκτης, καθώς αυτός είναι ένα... τετράγωνο! Άλλο ενδιαφέρον και ασυνήθιστο χαρακτηριστικό είναι ότι το τετράγωνο κινείται σαν τετράγωνο, πέφτει σαν τετράγωνο και, για να το θέσω πιο κατανοητά, έχει γίνει τρομερή δουλειά στα frames που δημιουργούν το animation του κύριου χαρακτήρα αλλά και στα βαρυτικά χαρακτηριστικά, όταν πέφτει το τετράγωνο από κάπου ψηλά. 

Αν και το B-Squared αρχικά δίνει την εντύπωση πολύ δύσκολου παιχνιδιού, τελικά αυτό δεν ισχύει: με λίγη προσπάθεια θα περάσουμε την πρώτη και τη δεύτερη πίστα (μετά από τουλάχιστον 3-5 Game Over, πάντως) και οι 3 επόμενες είναι απλά... βόλτα στο πάρκο! Από εκεί και πέρα το παιχνίδι ξαναδυσκολεύει σταδιακά αλλά κάτι τέτοιο είναι μάλλον αναμενόμενο, καθώς όλες κι όλες διαθέτει 31 πίστες.


Τα γραφικά του B-Squared είναι καλά και αναμενόμενα... τετράγωνα (!), ενώ έχει γίνει πολύ καλή χρήση των 2 επιπέδων brightness των χρωμάτων του Spectrum, ώστε να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση της σκιάς και του βάθους σε κάποια σημεία. Γενικά, κρίνοντας και από τις υπόλοιπες δημιουργίες του Paul Jenkinson των τελευταίων ετών ο άνθρωπος "το έχει" με τα γραφικά καθώς το Deep Core Raider και ειδικά το Code Zero είναι χάρμα ιδέσθαι και δείχνουν να ξεπερνούν τους (όποιους) περιορισμούς του Arcade Game Designer.

Ο χειρισμός του ήρωα - ε, συγγνώμη, τετραγώνου - μας γίνεται με 3 μόλις πλήκτρα (ή με joystick, εάν επιθυμούμε) και είναι πανεύκολος, ενώ οι τυχεροί κάτοχοι μοντέλων ZX Spectrum με 128ΚΒ μνήμης RAM θα μπορέσουν να χαρούν το B-Squared απολαμβάνοντας ταυτόχρονα το γλυκό και κεφάτο μουσικό θέμα που το συνοδεύει.


Συνολικά έχουμε να κάνουμε με ένα γλυκό, απλό και αρκούντως εθιστικό παιχνίδι που σίγουρα αξίζει να το δοκιμάσετε. Πολλά μπράβο λοιπόν για μία ακόμα φορά στον Paul Jenkinson! Μπορείτε να κατεβάσετε το B-Squared από εδώ. (Πηγή: Indie Retro News).

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Review: Buzzsaw+ για ZX Spectrum



Και εκεί που νομίζεις ότι μετά από όλα αυτά τα χρόνια εσωτερικής αναζήτησης και προβληματισμού έχεις πλέον διαμορφώσει τη φιλοσοφία και την κοσμοθεωρία σου βασιζόμενος σε αδιαπραγμάτευτες αρχές όπως το ότι "τα μόνα βέβαια πράγματα σ' αυτό τον κόσμο είναι ο θάνατος και το color clashing του Spectrum", έρχεται ένας "βαλτός" σαν τον Jaison Railton (ο άνθρωπος πίσω από το Buzzsaw+) με το δημιούργημά του να σου ισοπεδώσει τα πάντα! Όχι λοιπόν, αγαπητοί αναγνώστες, εσείς που συνηθίσατε τα 2 χρώματα σε κάθε block των 8 x 8 pixels στην οθόνη του Spectrum, ετοιμαστείτε για ανατρεπτικές αλλαγές: το Buzzsaw+ μπορεί να απεικονίσει περισσότερα από 2 χρώματα σε κάθε προαναφερθέν block. Και δεν το κάνει μόνο σε ένα σημείο, το κάνει συνεχώς! Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, όμως…


Το Buzzsaw+ θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ένα τυπικό puzzle game της "σχολής" του Tetris, με αντικείμενα σχήματος "L" αποτελούμενα από 3 στοιχεία έκαστο να πέφτουν από την πάνω πλευρά της οθόνης. Όταν τα συσσωρευμένα σχήματα φτάσουν στο ανώτερο τμήμα της οθόνης έχουμε ένα ωραιότατο - κυριολεκτικά, γιατί είναι πολύχρωμο! - "Game Over". Ο μόνος τρόπος για να παρατείνουμε τη διάρκεια του παιχνιδιού μας είναι φτιάχνοντας "γραμμές" (όπως και στο Tetris) από 6 αντικείμενα - κιβώτια, συγκεκριμένα -, οι οποίες, μετά τη συμπλήρωσή τους εξαφανίζονται, κατεβάζοντας όλα τα blocks που βρίσκονται από πάνω τους κατά μία γραμμή. Αν μέναμε σε αυτά οι ομοιότητες με το Tetris θα πλησίαζαν την πλήρη αντιγραφή, γι' αυτό και ο Jaison Railton φρόντισε να διανθίσει το παιχνίδι με διάφορα "τερατάκια" (που θυμίζουν σε μεγάλο βαθμό χαρακτήρες από τα Bubble Bobble, Rainbow Islands και New Zealand Story) που μας εμποδίζουν να συμπληρώσουμε τις γραμμές μας. Σύμμαχοί μας στο να καθαρίσουμε την πίστα από τα τερατάκια είναι αστέρια που εκρήγνυνται, βαρίδια που λιώνουν ό,τι βρεθεί από κάτω τους, και, φυσικά, ο Buzzsaw (δίσκος κοπής) του τίτλου που, πέφτοντας, κόβει σε φέτες τα τερατάκια που θα συναντήσει!


Αν όλα τα παραπάνω σας φαίνονται όλιγον τι παράξενα και μπερδεμένα, μην ανησυχείτε: μετά την πρώτη - άντε, δεύτερη - φορά που θα παίξετε το παιχνίδι θα έχετε καταλάβει πώς λειτουργούν τα πάντα - τουλάχιστον αυτά που έχετε συναντήσει, γιατί, καθώς ανεβαίνουμε επίπεδα, εμφανίζονται και καινούρια στοιχεία και αντικείμενα. Γενικά πάντως, αν καταφέρνετε να κρατάτε σε χαμηλό ύψος τη "στοίβα" σας, το "Game Over" θα αργήσει πολύ να έρθει…


Ας μιλήσουμε λίγο και για τα χρώματα που αναφέραμε παραπάνω, όμως: δεν ξέρω τι και πώς και ποιο trick έχει χρησιμοποιήσει ο προγραμματιστής, το γεγονός πάντως είναι ότι και στο loading screen, και στα μενού αλλά και στην κύρια περιοχή του παιχνιδιού υπάρχουν σημεία στα οποία το color clashing λάμπει δια της απουσίας του, δίνοντας την εντύπωση ότι παίζουμε παιχνίδι του Amstrad και όχι του Spectrum! Πραγματικά, τα λόγια περιττεύουν, σας προκαλώ να κάνετε τον κόπο να το δείτε και μόνοι σας - και μετά απ' αυτό να δώσουμε όλοι μαζί τα θερμά μας συγχαρητήρια στον κύριο Railton και, γιατί όχι, να αγοράσουμε και το παιχνίδι του (κυκλοφορεί με πλήρη συσκευασία από την Cronosoft)…


Ολοκληρώνοντας θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η κίνηση των sprites στο Buzzsaw+ είναι ομαλότατη, η ανταπόκριση των χειριστηρίων άμεση και η μουσική - που ακούγεται από το μεγαφωνάκι - πολύ καλή εκεί που υπάρχει (στην αρχική οθόνη μόνο). Συνολικά το παιχνίδι δίνει την εντύπωση ότι έχει φτιαχτεί σε assembly και ότι έχει προσεχθεί η κάθε του λεπτομέρεια - το αποτέλεσμα είναι μια παραγωγή που δείχνει "επαγγελματική". Η μόνη παραφωνία που μπόρεσα να εντοπίσω - αν μπορεί να χαρακτηρισθεί έτσι -, είναι η ιδιαίτερη ευκολία του παιχνιδιού, που έχει σαν αποτέλεσμα να μη μπορούμε να παίξουμε "ένα στα γρήγορα" - τουλάχιστον όχι αν ξεκινήσουμε από το πρώτο επίπεδο δυσκολίας. "Λεπτομέρειες", θα πει κάποιος - και θα έχει και δίκιο!

Βαθμολογία: 9/10


Το review που διαβάσατε δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στο 7ο τεύχος του περιοδικού Retro Planet, που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2015.

Μπορείτε να κατεβάσετε το Buzzsaw+ από εδώ ή, πηγαίνοντας εδώ μπορείτε να το παίξετε online! 

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Έ-ε-ε-ε-ρχονται τα πρώτα ZX Spectrum Next boards!

Χαράς ευαγγέλια για τους backers του Kickstarter campaign του ZX Spectrum Next! Όπως σας είχα ενημερώσει και σε παλαιότερη ανάρτηση πριν από έναν περίπου μήνα, εάν όλα πήγαιναν καλά, την 17η Νοεμβρίου θα ξεκινούσε η μαζική παραγωγή των motherboards του ZX Spectrum Next για να ακολουθήσει η αποστολή τους, την μεθεπόμενη Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου.


Όπως μόλις ενημέρωσε τους backers του project ο Henrique Olifiers όλα πήγαν καλά με τα πρώτα boards που βγήκαν από την γραμμή παραγωγής και κατά συνέπεια, θα τηρηθεί το χρονοδιάγραμμα!

Θεωρώ ότι πλέον είμαστε κοντά, πολύ κοντά θα έλεγα, σε μία ιστορική στιγμή: την στιγμή που οι πρώτοι νέοι, κουτάτοι ZX Spectrum θα έρθουν στα χέρια μας για να ξαναζήσουμε στιγμές 1982-1985, πρωταγωνιστές σε ένα άτυπο, δικό μας Stranger Things, χωρίς demogorgons αλλά με 8μπιτη μαγεία!

To be continued in 2018...

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Too old to rock 'n' roll, too yound to die: a netbook story


Καθώς τα χρόνια περνούν και βαραίνουν όλο και περισσότερο τις πλάτες μας, βρισκόμαστε κάποιες φορές στην ιδιαίτερη θέση όπου προσπαθούμε να εξάγουμε συμπεράσματα για τον εαυτό μας, για το πώς λειτουργούμε, πού μπορούμε να είμαστε πραγματικά αποδοτικοί και πού όχι, τι μας ενοχλεί στους γύρω μας και γιατί μας ενοχλεί και πολλά-πολλά ακόμη. Φυσικά, τα παραπάνω ισχύουν μονάχα στην περίπτωση που θέλουμε να κάνουμε την αυτοκριτική μας, που έχουμε τη διάθεση να εντοπίσουμε τα ελαττώματά μας και να προσπαθήσουμε να τα διορθώσουμε, που, βρε αδερφέ, μας προβληματίζει το γεγονός ότι μας χαροποιούν δέκα πράγματα αλλά μας δυσαρεστούν πεντακόσια, καθώς κάποτε, το θυμόμαστε καλά, δεν ήμασταν έτσι.

Φυσικά, η πλειοψηφία δεν λειτουργεί κατ' αυτόν ακριβώς τον τρόπο, καθώς οι ώρες που ξοδεύει ο καθένας στην (κακόπιστη) κριτική στους συνανθρώπους του είναι τόσες που δεν του μένει χρόνος για αυτοκριτική - άσε που μάλλον δεν έχει και τέτοια διάθεση. Προσωπικά, σε διάφορες περιόδους της ζωής μου μπαίνω στη διαδικασία να επανεξετάσω κάποια πράγματα, κυρίως σε ό,τι έχει να κάνει με τις σχέσεις μου με τους συνανθρώπους μου, τα πράγματα που με ενοχλούν, καθώς και αυτά που θεωρώ (κακώς;) ότι ισχύουν, βρέξει-χιονίσει. Ένα απ' αυτά τα τελευταία που το έχω εντοπίσει πολύ καιρό τώρα και δεν ξέρω αν θα πρέπει να προσπαθήσω να το αλλάξω ή όχι, είναι το γεγονός ότι στην προσπάθειά μου να αξιολογήσω οποιοδήποτε προϊόν συναντώ μπροστά μου, ο πρώτος και καθοριστικότερος παράγοντας που τελικά θα διαμορφώσει την άποψή μου είναι ο λόγος αξίας/τιμή. Το γιατί συμβαίνει αυτό δεν το γνωρίζω με βεβαιότητα, ίσως να φταίει η άσχημη οικονομική κατάσταση, ίσως το ότι ανέκαθεν εκτιμούσα αυτά που θεωρούσα ως "τίμια" προϊόντα. Γίνεται εύκολα κατανοητό ότι υπό αυτό το πρίσμα προϊόντα όπως τα κότερα, τα υπεραυτοκίνητα της Ferrari, ακόμα και τα Armani jeans για μένα είναι λίγο ως πολύ "άκυρα" και η ύπαρξή τους περιττή.

Εξετάζοντας λοιπόν από αυτή τη σκοπιά τους υπολογιστές (τι άλλο;) έχω τοποθετήσει στις πρώτες θέσεις της "μαύρης λίστας" μου τις κορυφαίες gaming κάρτες γραφικών, τους καλύτερους επεξεργαστές αλλά ακόμα και προϊόντα του παρελθόντος με δυσανάλογα τεράστια μεταπωλητική αξία, όπως είναι για παράδειγμα οι PowerPC accelerators για την Amiga, ο Atari Falcon, οι Amiga 3000T και 4000Τ και άλλα δείγματα παλαιολιθικού hardware με μηδαμινές (για τα σημερινά δεδομένα) δυνατότητες που κοστολογούνται όσο ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο...

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, ανέκαθεν βρισκόταν σε υψηλότατη θέση στην εκτίμησή μου μια πολύ συγκεκριμένη και ιδιαιτέρως αντιπαθής πλέον στην πλειοψηφία του αγοραστικού κοινού υποκατηγορία φορητών υπολογιστών. Αναφέρομαι στα netbooks. Ναι, μην γελάτε, από την πρώτη κιόλας στιγμή που εμφανίστηκε το ASUS eeePC μέχρι και 2-3 χρόνια αργότερα οπότε και οι μικροσκοπικοί αυτοί υπολογιστές κατέκτησαν την αγορά, η σχέση αξίας/τιμή τους πλησίαζε το ιδανικό. Φυσικά, όχι λόγω των δυνατοτήτων τους που από την πρώτη μέρα ήταν με το ζόρι επαρκείς, αλλά λόγω της χαμηλότατης τιμής κτήσης τους. Έτσι, ως απόδειξη της συμπάθειάς μου προς το συγκεκριμένο είδος, αυτά τα 10 περίπου χρόνια που υπάρχουν στην αγορά πρέπει να πέρασαν από τα χέρια μου πάνω από 50 netbooks, που στην συντριπτική τους πλειοψηφία είχαν τα ίδια τεχνικά χαρακτηριστικά, ήτοι: επεξεργαστής Intel Atom στα 1,6GHz, 2GB RAM, 160GB σκληρό δίσκο, 3 x USB 2.0 υποδοχές, webcam, ελάχιστη κατανάλωση ρεύματος (άρα και αρκετή αυτονομία), οθόνες με ανάλυση 1024x600 pixels (δράμα!), integrated κάρτα γραφικών Intel GMA 950 και Ethernet + WiFi. Παρατηρεί κανείς με μία πρώτη ματιά ότι το configuration μπορεί να χαρακτηριστεί πλήρες σχετικά για έναν φορητό υπολογιστή, καθώς δεν φαίνεται να λείπει κάτι το σημαντικό. Δυστυχώς, αυτό το "σημαντικό" έλειπε εξ' αρχής, και δεν ήταν άλλο από την επεξεργαστική ισχύ...


Ακόμα και όταν κυκλοφόρησαν τα πρώτα netbooks, με το που υιοθετήθηκε καθολικά η χρήση του Intel Atom η κατανάλωση ρεύματος μειώθηκε, η διάρκεια ζωής των μπαταριών αυξήθηκε και οι επιδόσεις πήγαν... άπατες. Οι εν λόγω χαμηλού κόστους (και απόδοσης) κεντρικοί επεξεργαστές της Intel από την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας τους ήταν λιγότερο σβέλτοι όχι μόνο από τους Pentium 4, Pentium D και Core Duo της εποχής, αλλά ακόμα και από τους Celeron! Κάτι τέτοιο φυσικά πριν από 10 χρόνια ίσως να μπορούσε να θεωρηθεί ανεκτό - ειδικά αν σκεφτούμε ότι αναφερόμαστε σε μία εποχή όπου κυριαρχούσαν ακόμα τα Windows XP, όντας εγκατεστημένα στο 85% (και βάλε) των προσωπικών υπολογιστών του πλανήτη. Καθώς όμως περνούσαν τα χρόνια τα λειτουργικά συστήματα άλλαζαν, οι βασικότερες εφαρμογές που όλοι χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας γίνονταν πιο απαιτητικές σε επεξεργαστική ισχύ αλλά και μνήμη και η καρδιά των πάντων, το αχανές αυτό δίκτυο που ονομάζεται Internet γέμιζε με websites που βάραιναν με ρυθμούς Marlon Brando και Δημήτρη Παπαμιχαήλ! Αναρωτιέται λοιπόν κανείς εάν μπορούν τα netbooks να χρησιμοποιηθούν ακόμα και σήμερα που το πλέον απλό task θέλει για την πλάκα του 2 επεξεργαστικούς πυρήνες και μισό GB μνήμης; Η σύντομη απάντηση από έναν fan των netbooks όπως ο γράφων είναι ένα ξερό "όχι". Εκτός...

Ας το αναλύσουμε λίγο παραπάνω το θέμα όμως και ας δώσουμε μια ευκαιρία στις μικροσκοπικούς αυτούς φορητούς υπολογιστές - αν δεν σας κουράζω, φυσικά. Είναι γνωστό σε όλους σχεδόν ότι όποιος δεν θέλει να ξοδέψει χρήματα χωρίς λόγο, καλό θα είναι να έχει τις γνώσεις και τον χρόνο ώστε να βελτιστοποιήσει το μηχάνημά του, να επιλέξει προσεκτικά ποιες εφαρμογές θα χρησιμοποιεί, να πουσάρει το hardware όσο γίνεται και, φυσικά, να διαλέξει την κατάλληλη έκδοση των Windows για τον υπολογιστή του. Και μετά να την παραμετροποιήσει μέχρι εκεί που δεν πάει, ώστε να αφήσει όσο το δυνατόν περισσότερους πόρους ελεύθερους για τις καθημερινές εργασίες του. Ποια Windows όμως είναι τα ιδανικά για ένα netbook; Αν θυμάστε, στην αρχή τα μηχανήματα αυτά "έρχονταν" με Windows XP Home τα οποία έδωσαν τη θέση τους στα Windows 7 Starter. Προσωπικά δεν συνιστώ καμία από τις δύο αυτές εκδόσεις...

Τα τελευταία χρόνια το λειτουργικό της επιλογής μου στα netbooks που είχα στην κατοχή μου ήταν τα Windows 7 Professional καθώς είχαν ό,τι χρειαζόμουν χωρίς τις περιττές λειτουργίες και τα άχρηστα έξτρα services των Windows 7 Ultimate. Τα XP έδειχναν ξεπερασμένα, τα 8άρια για εμένα δεν έχουν λόγο ύπαρξης και τα 10άρια δεν τα είχα δοκιμάσει σε netbook. Συνεπώς, έμεινα με τα Windows 7 Professional (32bit εννοείται, καθώς οι Atoms εκείνης της εποχής ήταν 32μπιτης αρχιτεκτονικής) τα οποία, με αρκετό "πείραγμα" ήταν από αργά έως ικανοποιητικά στην λειτουργία και στην αίσθηση που άφηνε η χρήση τους. Πριν από μερικούς μήνες αναβάθμισα το netbook μου με SSD drive, ελπίζοντας σε ριζική βελτίωση της ταχύτητας (και καθώς δεν υπήρχε και κάτι άλλο που να αναβαθμίζεται). Το αποτέλεσμα ήταν αναπάντεχα... ανύπαρκτο: σε τέτοιο βαθμό, που αν δεν το γνώριζα, θα έβαζα το χέρι μου στη φωτιά ότι το μηχάνημα αυτό "φορούσε" σκληρό δίσκο συμβατικής τεχνολογίας! Αποφάσισα λοιπόν να κάνω το μεγάλο βήμα, να αντικαταστήσω τα Windows 7 Professional με ένα λειτουργικό που γνώριζα for a fact ότι χωρίς SSD drive δεν "αναπνέει": ναι, φίλοι μου, αναφέρομαι στα Windows 10 Pro.


Όντως, διαπίστωσα σύντομα ότι τα Windows 10 όχι απλά χρησιμοποιούσαν τον δίσκο, αλλά το έκαναν σε τέτοιο βαθμό που σχεδόν δεν έσβηνε το ledάκι του! Προφανώς, η ανάγκη για πολλή μνήμη RAM (που στο netbook δεν υπήρχε) οδηγούσε στην εκτεταμένη (αδιάκοπη;) χρήση του swap file, με αποτέλεσμα ο SSD να... βαράει υπερωρίες! Παρόλη την ύπαρξη του τελευταίου η συνολική εμπειρία από τον συνδυασμό netbook + Windows 10 Pro ήταν, για να το θέσω όσο πιο κομψά γίνεται, εφιαλτική: δεν υπήρχε σχεδόν καμία εφαρμογή που να έκανε λιγότερο από ένα λεπτό (!) για να ανοίξει, ενώ το σερφάρισμα στο Internet ήταν υπόθεση για ιδιαίτερα δυνατούς χαρακτήρες, καθώς τα περισσότερα websites φόρτωναν πλήρως σε χρόνους που κυμαίνονταν από 2,5 λεπτά μέχρι το... άπειρο! Κερασάκι στην τούρτα ήταν οι "απλές" λειτουργίες των Windows όπως το άνοιγμα του My Computer που απαιτούσαν μαντικές ικανότητες από την πλευρά του χρήστη ("το πάτησα;" - "δεν το πάτησα;" - "ρε γιατί δεν γυρνάει ο pointer;") κι άλλα τέτοια ωραία...

Αφού λοιπόν αποφάσισα καταρχάς σε πρώτη ευκαιρία να αντικαταστήσω τα netbooks μου με ένα κανονικό laptop με μικρό μέγεθος και καλή τιμή, έπρεπε να κάνω κάτι για το διάστημα που θα μεσολαβούσε μέχρι την αγορά (που μπορεί να είναι μέχρι και αρκετοί μήνες), καθώς, πρακτικά, το netbook μου ήταν πλέον άχρηστο. Μπουχτισμένος από τα αργά 7άρια και τα... ακίνητα 10άρια είπα να προβώ σε μια κίνηση που είχα απορρίψει ως πισωγύρισμα τα τελευταία χρόνια: ναι, το καταλάβατε, μιλάω για την επιστροφή στο πλέον επιτυχημένο (βάσει των ετών που υπήρχε στην αγορά και υποστηριζόταν) λειτουργικό σύστημα της Microsoft, τα Windows XP. Και, πριν το κάνω, είχα την προνοητικότητα να κάνω κάποιες μετρήσεις. "Τι μετρήσεις;", μπορεί να αναρωτηθείτε. Τίποτα το ευφάνταστο, απλά τον χρόνο που απαιτούνταν έως ότου φορτώσουν πλήρως στον Mozilla Firefox κάποια sites που επισκέπτομαι σε καθημερινή βάση. Αφού λοιπόν χρονομέτρησα τα sites που επέλεξα, πήρα backup τα δεδομένα μου και προχώρησα σε format του μηχανήματος και εγκατάσταση των Windows XP Professional με service pack 3...

Αφού εγκατέστησα τα Windows, τους drivers και όλες τις βασικές εφαρμογές, ξεκίνησα να χρησιμοποιώ το netbook. Από την πρώτη κιόλας στιγμή ήταν φανερό ότι η αίσθηση που αποκόμιζα ήταν αυτή ενός καινούριου υπολογιστή! Όσο κι αν το (συνηθισμένο πλέον αλλά κατ' εμέ όχι απαρχαιωμένο) περιβάλλον των XP θύμιζε πού βρισκόμουν και τι λειτουργικό χρησιμοποιούσα, η σβελτάδα στα πάντα, από το άνοιγμα/μετακίνηση των παραθύρων μέχρι και την εκτέλεση σχετικά "βαριών" εφαρμογών (Word 2010, Outlook 2010, Acrobat Professional X) αποζημίωνε και με το παραπάνω για το υπολογιστικό catenaccio το οποίο αναγκάστηκα να υιοθετήσω. Προς απογοήτευσή μου διαπίστωσα ότι ο Mozilla Firefox, αν και είχε ανακοινωθεί ότι θα υποστηρίζει τα Windows XP με καταληκτική ημερομηνία τον Ιούνιο του 2018, ήδη απαιτούσε νεώτερο λειτουργικό, με αποτέλεσμα να αναγκαστώ να εγκαταστήσω και να χρησιμοποιήσω την έκδοση 52.5.0 αντί της 56.0.2 που είχα στα Windows 10. Αφού λοιπόν εγκατέστησα και τον Firefox και συγχρόνισα bookmarks και add ons με τον λογαριασμό μου, ξεκίνησα την χρονομέτρηση: άραγε, τα ίδια sites που "σέρνονταν" με τα Windows 10 θα φόρτωναν ταχύτερα στα Windows XP; Αν και νομίζω ότι έχετε ήδη μαντέψει την απάντηση, ρίξτε και μια ματιά στον πίνακα που ακολουθεί:


Αν και η βελτίωση ήταν δραματική, η αίσθηση που αποκόμισα ήταν ότι κάποια απ' τα sites που δοκίμασα θα έπρεπε να φορτώνουν ταχύτερα. Ακόμα και σε netbook. Συνειδητοποίησα τότε ότι, στην περίπτωση των Windows 10 Pro όλα τα sites τα είχα επισκεφθεί πρωτύτερα, άρα υπήρχε cached περιεχόμενο στον δίσκο του υπολογιστή. Συνεπώς, οι μετρήσεις ήταν ευνοϊκές για τα 10άρια (ναι, με τους χρόνους που μόλις διαβάσατε!). Αφού δεν είχα τη δυνατότητα να διαγράψω την cache και να επαναλάβω τις μετρήσεις στα Windows 10 - το format, βλέπετε - έκανα το πλέον απλό, δηλαδή τις μετρήσεις ξανά με cached περιεχόμενο στα Windows XP:


Είναι φανερό ότι, αν και οι χρόνοι δεν είναι αυτοί ενός σύγχρονου υπολογιστή, πλέον παλεύονται. Έχουμε να κάνουμε με φορητούς υπολογιστές των οποίων το κόστος δεν ξεπερνάει τα 50€ (η σχέση αξίας/τιμή που τόσο με επηρεάζει) άλλωστε, οπότε κάποιες παραχωρήσεις στον τομέα των επιδόσεων είναι επόμενο να γίνουν. Συνεπώς, δεν θα ήταν υπερβολικό να πούμε ότι τα Windows XP έδωσαν νέα ζωή στο netbook μου αφού η πλέον βαριά χρήση του (Internet) πια δεν αποτελεί τροχοπέδη για την καθημερινή του χρησιμοποίηση! Φυσικά όχι ως main computer καθώς, καλές οι παραχωρήσεις και οι συμβιβασμοί, αλλά ακόμα καλύτερη η ψυχική μας ηρεμία...


Συμπερασματικά μπορώ να καταλήξω στο εξής: ένα netbook, αν χρησιμοποιήσετε Windows XP και τις τελευταίες εκδόσεις των προγραμμάτων που τα υποστηρίζουν μπορεί κουτσά-στραβά να κάνει τη δουλειά σας ακόμα και σήμερα, εφόσον αυτό που σας ενδιαφέρει είναι κάτι φτηνό και άνετο στη μεταφορά. Για τις προσωπικές μου ανάγκες σε φορητή υπολογιστή και - το τονίζω - όχι ως κύριο μηχάνημα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ένα, ίσως και δύο χρόνια ακόμη. Αν όμως θέλετε ένα laptop μικρό, αξιόπιστο, ανθεκτικό και γρήγορο και είστε από τους ανθρώπους που τα 500άρικα δεν τους περισσεύουν, μετά από μία ενδελεχή έρευνα αγοράς κατέληξα στο προϊόν που θα πρέπει να επιλέξετε, και είναι αυτό (αξία προς τιμή πάνω απ' όλα, και αφήστε τους άλλους να πετάνε χιλιάρικα). Προς Θεού, δεν κάνω διαφήμιση, αλλά θεωρώ ότι έχουμε να κάνουμε με ένα μηχάνημα τουλάχιστον μετρίως  έως αρκετά γρήγορο, με μικρό μέγεθος και αντοχή και αξιοπιστία στο υψηλότερο επίπεδο - κάτι που το εγγυάται το όνομα του κατασκευαστή του. Ε, αν θέλετε να δώσετε ακόμα λιγότερα τότε τσιμπήστε ένα netbook: it's cheap as chips!

Ο τίτλος της ανάρτησης  είναι δανεισμένος από το ομώνυμο τραγούδι των Jethro Tull από το 1976 και είναι αντιπροσωπευτικός κατ' εμέ οποιασδήποτε κατάστασης στην οποία κάποιος θεωρείται προχωρημένης ηλικίας για κάτι, αλλά από την άλλη ξέρει ότι έχει ακόμα πράγματα να δώσει. Σε ό,τι έχει να κάνει με τους υπολογιστές (όχι τους retro) θεωρώ ότι προσδιορίζει ένα μηχάνημα που ναι μεν είναι παλιό αλλά όχι τόσο ώστε να χαρακτηρίζεται παντελώς άχρηστο...

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Μερικές σκέψεις με αφορμή το Eerie Forest demo στους Amstrad Plus

Πριν από μερικές ημέρες έκανε την εμφάνισή του (στα πλαίσια του demoparty Alchimie 2017) ένα νέο demo για τα μηχανήματα της σειράς Amstrad CPC Plus, ήτοι τους Amstrad CPC 464 Plus, Amstrad CPC 6128 Plus και Amstrad GX4000 (το θυμάστε;). Το demo αυτό αποτελεί προϊόν της δουλειάς του ιστορικού demogroup Logon System (οι πρώτες τους δημιουργίες εμφανίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του '80). Μία πρόσφατη και εντυπωσιακότατη παραγωγή των Logon System σας είχα παρουσιάσει και από αυτό εδώ το blog πριν από κάποιον καιρό, όπως μπορείτε να δείτε σε αυτή την ανάρτηση.

Το Eerie Forest είναι ένα demo αρκετά συνηθισμένο ως θεματολογία, καθώς προσπαθεί να δείξει πώς θα μπορούσε να είχε μεταφερθεί ένα παιχνίδι "ιερό δισκοπότηρο" της Amiga στον Amstrad CPC Plus, το πασίγνωστο και ακόμα και σήμερα εντυπωσιακότατο Shadow of the Beast της Psygnosis. Μάλιστα, όπως μπορείτε να δείτε και στο βίντεο που ακολουθεί, οι Logon System είχαν φτιάξει κάτι αντίστοιχο με το Eerie Forest το 1995 (τουλάχιστον ένα μέλος αυτών, με το nickname Overflow), με το Shadow of the Beast preview που έτρεχε σε "απλούς" Amstrad CPC:


Εντυπωσιακή λοιπόν η δουλειά τους τότε, ακόμα εντυπωσιακότερη σήμερα. Αυτή τη φορά, οι Logon System συνεπικουρούμενοι από το "θαυματουργό" (για 8μπιτο μηχάνημα) hardware των CPC Plus/GX4000 δημιούργησαν ένα cartridge image των 512ΚΒ - εκ των οποίων τα 368ΚΒ είναι μουσική! - που εμφανίζει ένα μη playable demo του αρχικού level του original Shadow of the Beast της Amiga, του Eerie Forest. Και τι demo είναι αυτό...

Αν το Eerie Forest χρησιμοποιούταν ως μέσο προώθησης του Amstrad GX4000 στην αγορά όταν αυτό κυκλοφόρησε, εκεί πίσω στον Σεπτέμβριο του 1990, ακριβώς ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του Shadow of the Beast στην Amiga, είναι σχεδόν βέβαιο ότι η αδικοχαμένη κονσόλα της βρετανικής εταιρίας θα είχε διαφορετική αντιμετώπιση από το κοινό (αν και βέβαια τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει μια πλούσια software library). Όλοι πάνω-κάτω γνωρίζαμε ότι τεχνικά στοιχεία όπως 32 ταυτόχρονα από 4096 χρώματα, 16 hardware sprites ανά γραμμή και ήχος DMA μπορεί να μη λένε τα πάντα, αλλά σίγουρα - και ελλείψει hardware bottlenecks - κάτι λένε. Ειδικά στα χέρια των κατάλληλων προγραμματιστών. Δείτε λοιπόν πώς θα μπορούσε να είναι το (για τους φίλους) Beast σε έναν Amstrad CPC Plus ή στο GX4000:


Πώς είπατε;

ΟΚ, πέρασε κάποια ώρα, φαίνεστε να συνέρχεστε. Με το δίκιο σας, ήταν βαρύ το σοκ. Δεν θα σας πω ψέματα, και σε μένα το ίδιο συνέβη. "Τι στο καλό", αναρωτήθηκα, "αν ήταν έτσι τα παιχνίδια στα 8μπιτα τι να τα κάνεις τα 16μπιτα;". Υπερβολή, προφανώς, αλλά όχι εντελώς αβάσιμη...

Έφερα στο μυαλό μου κάποιους από τους 8bit θρύλους της νιότης μας, κάποια από τα coin ops που σημάδεψαν και καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την gaming ιδιοσυγκρασία μας. Απαριθμώ μερικά εξ' αυτών: Bubble Bobble, Green Beret, Ghosts n' Goblins, Exerion, Nova 2001 (για τους ψαγμένους), Rygar και πολλά-πολλά ακόμη. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των παραπάνω; Στην "καρδιά" τους χτυπούσε ένας ή περισσότεροι 8bit επεξεργαστές. Άλλο κοινό τους χαρακτηριστικό; Όσα εξ αυτών μεταφέρθηκαν στους home υπολογιστές της εποχής έτυχαν μεταφορών που ήταν πολύ η λιγότερο υποδεέστερες του "ηλεκτρονικού". Ακόμα κι όταν αναφερόμαστε σε μεταφορές στις πλατφόρμες των ισχυρών 16bit μηχανημάτων όπως ήταν οι Atari ST και Commodore Amiga. Άρα τι; Δεν παίζει ρόλο η αρχιτεκτονική; Τι είναι αυτό που πραγματικά έχει σημασία;


Η αλήθεια είναι ότι οι μεταφορές παιχνιδιών από τα arcades στους home computers δεν αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα των πραγματικών δυνατοτήτων των τελευταίων. Κι αυτό γιατί υπήρχε τεράστια χρονική πίεση προκειμένου να εξαργυρωθούν και να... αυγατίσουν τα ποσά που ξοδεύτηκαν για την άδεια του εκάστοτε coin op. Μπορεί οι πελάτες/καταναλωτές να ενδιαφέρονταν για μεταφορές όσο δυνατόν πιστότερες που να αξιοποιούν στο έπακρο το hardware που είχαν στη διάθεσή τους, αλλά τα software houses δεν το έβλεπαν έτσι: όσο ταχύτερα (λέγε με και προχειρότερα) κυκλοφορούσαν το κάθε licensed παιχνίδι τόσο πιο γρήγορα θα εισέπρατταν ζεστό χρήμα. Μικρή σημασία είχε η ποιότητα και η πιστότητα του παιχνιδιού που τελικά θα πουλούσαν. Φυσικά, στην τακτική αυτή υπήρξαν και κάποιες, λιγοστές εξαιρέσεις, αλλά δυστυχώς αυτός ήταν ο κανόνας...

Ας αφήσουμε λοιπόν στην άκρη τις home εκδόσεις των coin ops και ας πάμε σε αυτό που τελικά έπαιζε πάντα τον μεγάλο ρόλο: ναι, αναφέρομαι στο hardware.

Η μεγάλη διαφορά των coin ops με τα home computers δεν ήταν τόσο η 8bit ή 16bit αρχιτεκτονική τους - άλλωστε, οι CPUs των προσωπικών υπολογιστών χρησιμοποιούνταν στα ηλεκτρονικά και το αντίστροφο. Η διαφορά έγκειτο στα υπόλοιπα κυκλώματα, το supporting cast του κεντρικού επεξεργαστή. Δεν είναι τυχαίο ότι υπολογιστές με "αδιάφορους" και αργά χρονισμένους επεξεργαστές είχαν παιχνίδια με εξαιρετικά γραφικά και ήχο (Commodore 64, Atari 8bit series) λόγω των πολύ καλών dedicated chips για γραφικά, ήχο και άλλες βοηθητικές εργασίες, ενώ, από την άλλη, μηχανήματα βασιζόμενα στον κατά γενική παραδοχή καλύτερο 8bit επεξεργαστή, τον 6809 της Motorola (Tandy TRS-80 CoCo, Dragon 32/64) αλλά χωρίς τα αντίστοιχα περιφερειακά κυκλώματα είχαν δεκάδες παιχνίδια που προκαλούσαν την θυμηδία όσων τα αντίκριζαν!

Από την άλλη, τα παραπάνω επιβεβαιώνονται στο έπακρο αν εξετάσει κανείς τους τελευταίους, "βελτιωμένους" σε σχέση με τα μοντέλα των προηγούμενων ετών, 8μπιτους που κυκλοφόρησαν: υπολογιστές που βασικά απέτυχαν εμπορικά, καθώς η μόδα πρόσταζε την αγορά και χρήση 16μπιτων μηχανημάτων, άσχετα με το εάν αυτά υπερτερούσαν ή όχι στην χρήση που ενδιέφερε τον εκάστοτε χρήστη. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτών των "πουσαρισμένων" μηχανημάτων παρωχημένης σύμφωνα με τα trends της εποχής αρχιτεκτονικής ήταν φυσικά οι Amstrad CPC 464 Plus και 6128 Plus, ο εντυπωσιακών δυνατοτήτων SAM Coupe και ο σπανιότατος και "ανεξερεύνητος" Commodore 65. Και τα 3 αυτά μηχανήματα διέθεταν γραφικά, χρωματικές παλέτες και ήχο που, αν χρησιμοποιούνταν σωστά, μπορούσαν να κάνουν τον "πολύ" Atari ST να "ιδρώσει" και με το παραπάνω ώστε να τα ανταγωνιστεί (πλην του SAM Coupe ίσως, που υστερούσε ελαφρώς του ST στον τομέα των γραφικών). Κάτι τέτοιο φυσικά δεν ίσχυε σε σύγκριση με την Amiga, καθώς η τελευταία, όχι μόνο είχε στην καρδιά της τον κορυφαίο 16bit processor της εποχής (Motorola 68000) αλλά τον πλαισίωνε με μία γκάμα κυκλωμάτων που παρέπεμπε σε τεχνολογία τουλάχιστον ισάξια αυτής που χρησιμοποιούταν στα coin ops.

Το Lemmings στον SAM Coupe. Είπατε τίποτα;

Συνοψίζοντας, αυτό που θεωρώ ότι μπορεί να εξαχθεί ως ασφαλές συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι το ότι καλές οι αρχιτεκτονικές, καλές οι επιλογές "βαρβάτων" CPUs, καλός και ο υψηλός χρονισμός των τελευταίων, αλλά, αν τα δευτερεύοντα υποσυστήματα ενός υπολογιστή υπολείπονται σε δυνατότητες, αυτό αργά ή γρήγορα θα φανεί. Και θα φανεί όταν κάποιος εκμεταλλευτεί πραγματικά τις έξτρα δυνατότητες που του παρέχει το υπερέχον hardware. Όπως συνέβη από το 1989-90, όταν άρχισαν να κυκλοφορούν παιχνίδια για την Amiga που δεν ήταν απλά ports της έκδοσης του ST, κάνοντας για πρώτη φορά εμφανείς στο κοινό τις δυνατότητες που της προσέφεραν τα custom chips της. Όπως συμβαίνει τώρα, αλλά και κάθε φορά που κάποιος ταλαντούχος προγραμματιστής "ρουφάει" μέχρι και την τελευταία σταγόνα ισχύος κάποιας χαρισματικής hardware υλοποίησης. Όπως δηλαδή συνέβη και στην περίπτωση του Eerie Forest! (Πηγή: Indie Retro News)

Review: r0x για Atari STE



Το r0x δεν είναι ακριβώς αυτό που λέμε "φρέσκα ψάρια": κυκλοφόρησε το 2009, σε μια εποχή που ο Ronnie James Dio ήταν ακόμη μαζί μας και ο Παναθηναϊκόςστο μπάσκετ ακόμα κυνηγούσε το 5ο αστέρι του. Δεν παύει όμως να είναι μια "νέα" παραγωγή αλλά και ένας από τους ελάχιστους τίτλους που προορίζονται αποκλειστικά για τον Atari STE (σ.σ. αυτό ίσχυε την εποχή που γράφτηκε το review. Πλέον τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά).




Αν και κυκλοφόρησε μετά το 2000, το r0x είναι ένα απλό, καθαρόαιμο arcade παιχνίδι που το μόνο που ζητάει από τον παίκτη είναι γρήγορα - από ένα σημείο και μετά αστραπιαία - αντανακλαστικά. Στο "μονό" παιχνίδι ο παίκτης ελέγχει ένα διαστημόπλοιο που προσπαθεί να διασχίσει μια συγκεκριμένη απόσταση, αποφεύγοντας μετεωρίτες που "πέφτουν" όλο και πιο γρήγορα. Υπάρχει η δυνατότητα να χρησιμοποιήσουμε μία από τις τρεις βόμβες που έχουμε στη διάθεσή μας ως έσχατη λύση (καταστρέφει τα πάντα στην οθόνη) για να μη χάσουμε το ένα από τα τρία "κανονάκια" μας. Υπάρχουν τα απαραίτητα power-ups και bonuses - όλα πέφτουν μαζί με τους μετεωρίτες - καθώς και γράμματα για να συμπληρώσουμε "extra", κατά το στυλ του "extend" στο Bubble Bobble. Όταν - και αν - καταφέρουμε να διανύσουμε όλη την απόσταση, απλά προχωράμε στην επόμενη πίστα, όπου οι μετεωρίτες είναι κάπως περισσότεροι και η ταχύτητά τους κάπως μεγαλύτερη και πάει λέγοντας...




Στο "διπλό" παιχνίδι, ο στόχος είναι κάπως διαφορετικός: ο καθένας από τους δύο παίκτες προσπαθεί να μαζέψει αστροναύτες που περιπλανώνται στο διάστημα (ΟΚ, απλά "πέφτουν" μαζί με τους μετεωρίτες!) και, όποιος κατορθώσει να μαζέψει πρώτος είκοσι απ' αυτούς κερδίζει το παιχνίδι. Να σημειώσουμε ότι και σε αυτό το mode πρέπει να αποφεύγουμε τους μετεωρίτες καθώς και ότι, από ένα σημείο και μετά, εμφανίζονται αστροναύτες για περισυλλογή και στο "μονό". Είπαμε, το r0x είναι ένα απλό arcade παιχνίδι το οποίο, όπως συνηθιζόταν στα 80s, απλά δυσκολεύει όσο περνάει η ώρα.




Στον τομέα των γραφικών τα πράγματα είναι ικανοποιητικά, χωρίς κάτι το ιδιαίτερο. Πραγματικά, αδυνατώ να καταλάβω γιατί το παιχνίδι δεν τρέχει και σε "απλό" Atari ST - αν γίνεται κάποια "τρελή" χρήση του blitter στο παρασκήνιο δεν το γνωρίζω, πάντως δεν υπάρχει κάτι το ιδιαίτερα εντυπωσιακό. Σε όλα τα σημεία του παιχνιδιού ακούγεται ωραία, μη επαναλαμβανόμενη μουσική, η κίνηση είναι πάντα ομαλή, τα controls άμεσα και το sprite collision ακριβέστατο.




Συνολικά το r0x είναι ένα απλό arcade παιχνίδι, ιδανικό για να περάσει κάποιος ευχάριστα ένα τέταρτο με μισάωρο που μπορεί να έχει ελεύθερο (αυτό ακριβώς στο οποίο χωλαίνουν τα σύγχρονα παιχνίδια).



Βαθμολογία: 7/10

Το review που διαβάσατε δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στο 6ο τεύχος του περιοδικού Retro Planet, που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2014.