Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Wolfenstein 3D για Commodore 64: έγινε port, αλλά μην χαίρεστε!

Κάποτε, το 1981 αν δεν απατώμαι, λίγο καιρό δηλαδή πριν εμφανιστεί στην αγορά των μικροϋπολογιστών ο Commodore 64 και σαρώσει τα πάντα στο διάβα του, ο αμερικανική Muse Software κυκλοφόρησε το παιχνίδι Castle Wolfenstein του Silas Warner για τον Apple II.

Fast forward 11 χρόνια μετά στο 1992, όταν η (σχετικά άγνωστη ακόμα) iD Software των John Carmack και John Romero ρίχνει στην αγορά έναν επαναστατικό τίτλο, που ιστορικά (λανθασμένα) θα θεωρηθεί αρχικά ως το πρώτο first person shooter. Πρόκειται για το Wolfenstein 3d, ένα παιχνίδι εμπνευσμένο από το Castle Wolfenstein, το οποίο βάζει τον παίκτη στον ρόλο του ατρόμητου του William "B.J." Blazkowicz φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με ό,τι πιο σατανικό έχει να αντιπαρατάξει το 3ο Ράιχ, με αποκορύφωμα (φυσικά) τον ίδιο τον Adolf Hitler.


Δεν χρειάζεται να πω ότι το Wolfenstein 3d αποτέλεσε μεγάλη επιτυχία και άνοιξε τον δρόμο για το πλέον εμβληματικό first person shooter όλων των εποχών, τον "μπαμπά" των FPSs, το ένα και μοναδικό Doom: αυτά αποτελούν ύλη της πρώτης σελίδας (!) της ιστορίας των video games και ασφαλώς είναι γνωστά σε όλους. Φυσικά, παρότι πρωτοκυκλοφόρησε στην φιλόξενη πλατφόρμα των PCs, το Wolfenstein 3d γνώρισε επίσημα και ανεπίσημα ports σχεδόν σε οποιοδήποτε μηχάνημα είχε την απαραίτητη ισχύ ώστε να κουνήσει τα πρωτόλεια πολύγωνά του και να απεικονίσει ταυτόχρονα έστω και μερικά από τα 256 χρώματα που διέθεταν οι κάρτες VGA εκείνης της εποχής.

Επειδή όμως όλοι εμείς που αγαπάμε το retro computing έχουμε μάθει καλά ότι το "ποτέ μη λες ποτέ" είναι το απόφθεγμα που θα έπρεπε να επαναλαμβάνεται περισσότερο απ' όλα τα υπόλοιπα στον χομπίστικο κλάδο μας, ήρθαν τα προχθεσινά νέα να μας επιβεβαιώσουν για μία ακόμα φορά: το Wolfenstein 3d απέκτησε port για τον Commodore 64!


Όποιος σκεφτεί για τα νέα αυτά ατάκες του τύπου "too good to be true", "it does not compute", "αποκλείεται" κι άλλα τέτοια ωραία έχει μάλλον δίκιο: το port του Wolfenstein 3d δεν τρέχει σε απλό, stock Commodore 64, αλλά απαιτεί τον (σπανιότατο) accelerator SuperCPU και 16ΜΒ μνήμης RAM. Κοινώς, ναι μεν τρέχει σε Commodore 64, αλλά μόνο αν αυτός διαθέτει 16bit επεξεργαστή και - κρατηθείτε - 256 φορές μεγαλύτερη μνήμη!

Δεν θέλω να φανεί ότι γκρινιάζω χωρίς λόγο, αλλά μου φαίνεται ότι ορισμένες φορές κοιτάζουμε το δάχτυλο και δεν βλέπουμε ολόκληρο δάσος που βρίσκεται πίσω του. Ήτοι, ναι μεν αποτελεί επίτευγμα η μεταφορά ενός τέτοιου παιχνιδιού στον Commodore 64 αλλά μπορεί τελικά να χαρακτηριστεί ως τέτοια με δεδομένο το ότι το hardware που απαιτεί απέχει παρασάγγας από αυτό του original μηχανήματος; Μου θυμίζει την (πρόσφατη) μεταφορά του Out Run σε Amiga, η οποία απαιτεί Vampire accelerator για να τρέξει: δεν το λες και μεγάλη επιτυχία το ότι επιταχύνεις 300 φορές έναν υπολογιστή που βασίζεται στον Motorola 68000 για να μπορέσει να τρέξει ένα παιχνίδι που έπαιζε σε... Motorola 68000!


Τέλος πάντων, όπως και να 'χει, να τρέξετε το Wolfenstein 3d σε κανονικό Commodore 64 είναι μάλλον απίθανο, οπότε σας προτείνω να το δοκιμάσετε στον VICE. Στην πλέον πρόσφατη έκδοση του δημοφιλούς εξομοιωτή το παιχνίδι τρέχει μια χαρά, αρκεί να χρησιμοποιήσετε το executable για SuperCPU και να ενεργοποιήσετε REU μεγέθους 16ΜΒ (δείτε το readme του παιχνιδιού). Μπορείτε να κατεβάσετε το Wolfenstein 3d από εδώ. (Πηγή: Indie Retro News).

Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

The next step of the ZX Spectrum Next

Η καμπάνια του ZX Spectrum Next στο Kickstarter ολοκληρώθηκε προχθές το βράδυ, και μάλιστα με τον πλέον εντυπωσιακό τρόπο: ο αρχικός στόχος των £250.000 καλύφθηκε μέσα σε μία σχεδόν ημέρα (!) και, τελικά, το ποσό που συγκεντρώθηκε μετά το πέρας των 30 ημερών ήταν £723.390 ήτοι, σχεδόν ένα εκατομμύριο δολάρια Η.Π.Α. (940.000, για την ακρίβεια)!

Μετά απ' αυτό σίγουρα δεν αξίζει καν να αναρωτιέται κανείς για το ποια είναι η δυναμική της retro community και πόσο θα ήθελαν οι απανταχού Spectrum lovers έναν νέο ZX Spectrum, που να μην δείχνει ως προσπάθεια για γρήγορο τσέπωμα χρημάτων και τσαπατσουλιά, αλλά να αποτελεί τον άξιο διάδοχο και συνεχιστή της παράδοσης και της κληρονομιάς που μας άφησε ο πολυαγαπημένος "γομολάστιχας" του θείου Clive.


Μέσα στις 30 αυτές μέρες που διήρκεσε η καμπάνια του Next στο Kickstarter τέθηκαν από τους δημιουργούς του μηχανήματος διάφορα stretch goals τα οποία, μηδενός εξαιρουμένου, επετεύχθησαν! Έτσι λοιπόν, σε σχέση με το αρχικό μηχάνημα θα έχουμε:

- μεγαλύτερη FPGA

- slots για επέκταση μνήμης και WiFi module

- τα παιχνίδια REX Next, Dizzy (ο τίτλος δεν έχει ανακοινωθεί ακόμα), Dreamworld Pogie, No Fate και Nodes Of Yesod όλα γραμμένα ώστε να εκμεταλλεύονται πλήρως το νέο hardware του Next

- "κανονικό", εκτυπωμένο, πλήρες manual/οδηγό χρήσης όπως τις παλιές, καλές μέρες

- διπλάσια μνήμη RAM (1MB)

- Internet toolbox με διάφορα internet tools, Twitter client και δυνατότητα για online gaming

- 2o joystick port

- "special" συσκευασία, αντάξια ενός μοναδικού μηχανήματος




Όλα τα παραπάνω τα σκέφτομαι και τα ξανασκέφτομαι και τσιμπιέμαι για να δω αν είμαι ξύπνιος, αν επικοινωνώ με την πραγματικότητα ή απλά ονειρεύομαι, όπως συνήθως συμβαίνει όταν έχουμε να κάνουμε με κάτι που είναι πολύ καλό για να είναι αληθινό. Γιατί, αν τελικά όντως πραγματοποιηθούν, θα είναι η πρώτη φορά μετά την εποχή της Amiga 1200 που θα μπορέσουμε να αποκτήσουμε και πάλι ένα νέο, ολοκαίνουριο home computer! Εξυπακούεται ότι οι καρδιές όλων εμάς που στηρίξαμε χρηματικά την προσπάθεια των Henrique Olifiers, Victor Trucco, Rick Dickinson και της ομάδας τους χτυπάνε δυνατά, πλημμυρισμένες από την επιθυμία και την προσμονή για τη στιγμή που θα αγγίξουμε στα χέρια μας τη συσκευασία του ZX Spectrum Next, θα βγάλουμε με προσοχή το μηχάνημα απ' το κουτί του μυρίζοντας την "καινουργίλα" που θα αναδύεται από τη συσκευασία και τον υπολογιστή και θα συνδέσουμε τον... εγγονό (!) του ZX Spectrum στην τηλεόρασή μας και θα τον ανάψουμε για πρώτη φορά. Ελπίζω όλα αυτά να γίνουν ακριβώς έτσι, να μην υπάρξουν προβλήματα, καθυστερήσεις και παρατράγουδα και να νιώσω, έστω και για λίγο τον Ιανουάριο του 2018 όπως και τότε, τον Σεπτέμβρη του 1983, όταν έβγαζα τον ολοκαίνουριο 16άρη ZX Spectrum μου από τη συσκευασία του, που πριν λίγο τον είχα αγοράσει από το υποκατάστημα του Sport Life στο Παγκράτι...

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Multipaint Metal Edition

Το Multipaint είναι ένα πρόγραμμα ζωγραφικής για Windows, MacOS και Linux, με μία ιδιαιτερότητα: σας επιτρέπει να φτιάξετε σχέδια/εικόνες χρησιμοποιώντας τα επικρατέστερα screenmodes των αγαπημένων home micros του παρελθόντος.


Είχα γράψει και παλιότερα για το Multipaint, αλλά μόλις σήμερα διαπίστωσα ότι κυκλοφόρησε η νέα έκδοσή του, η "Metal". Χρησιμοποιώντας το Multipaint μπορούμε να φτιάξουμε με σχετική ευκολία (και σίγουρα πάντως πολύ ευκολότερα απ' ότι στα πραγματικά μηχανήματα) εικόνες για ZX Spectrum, Commodore 64 (hires και mutlicolour), Amstrad CPC (mode 0), MSX και Commodore Plus/4 & 16 (hires και multicolour). Φυσικά, το αποτέλεσμα της δουλειάς μας μπορούμε να το σώσουμε στα αντίστοιχα formats, ώστε να το μεταφέρουμε στη συνέχεια στο... real thing.

Εννοείται πως, ανάλογα με το format στο οποίο θα επιλέξουμε να δουλέψουμε, το Multipaint μας εφοδιάζει με τη χρωματική παλέτα του εκάστοτε μηχανήματος (και της εκάστοτε ανάλυσης) και τους ανάλογους χρωματικούς περιορισμούς: μην περιμένετε λοιπόν να καταφέρετε να φτιάξετε εικόνα στον Spectrum με πάνω από 2 χρώματα σε κελί των 8x8 pixels!


Μπορείτε να κατεβάσετε το Multipaint Metal Edition για να το περιεργαστείτε και να το χρησιμοποιήσετε από εδώ. Απαραίτητη είναι η ύπαρξη της Java στον υπολογιστή σας. (Πηγή: csdb).

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Αλητεία;

Πρόκειται πραγματικά περί αλητείας ή είναι βαρύς και υπερβολικός ο χαρακτηρισμός; Άλλωστε, ζούμε σε μία χώρα και σε μία εποχή όπου οι χαρακτηρισμοί εκτοξεύονται με περισσή ευκολία και χωρίς πολλή σκέψη από σχεδόν κάθε πλευρά κατά δικαίων και (κυρίως) αδίκων. Στην περίπτωση όμως για την οποία θα γράψω σήμερα, ειλικρινά δεν μπορώ να σκεφτώ ποιος χαρακτηρισμός θα ταίριαζε περισσότερο...

Η όλη ιστορία ξεκίνησε πριν από μερικές μέρες, όταν, στην προσπάθειά μου να αναβιώσω τις glory days του MS-DOS και του DOS gaming, αγόρασα από τον καλό φίλο Αντώνη ένα Hyundai Super 386C. Δυστυχώς, και χωρίς να θέλω να σας κουράσω με πολλές λεπτομέρειες, δεν κατάφερα να κάνω τον IDE controller του μηχανήματος να λειτουργήσει και, μιας και δεν ήθελα να ξοδέψω περισσότερα χρήματα, αποφάσισα να στραφώ σε κάποιο από τα μηχανήματα που είχα ήδη στην κατοχή μου...

Δυστυχώς ο κομψός Κορεάτης δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες μου...
Αρχικά σκέφτηκα να χρησιμοποιήσω έναν από τους - ήδη έτοιμους - Pentium MMX/Pentium II που έχω ντανιασμένους, οι οποίοι είναι φτιαγμένοι ακριβώς γι' αυτόν τον σκοπό, για DOS και early Windows gaming με Sound Blaster, Voodoo2 κλπ. Θυμήθηκα όμως ότι έχω κι ένα laptop που μάλλον κάνει γι' αυτή τη δουλειά: ένα Hewlett Packard Omnibook XE3 που το είχα αγοράσει για να γράφω δισκέτες για Amstrad CPC και Atari ST. Το εν λόγω μηχάνημα, αν δεν με απατούσε η μνήμη μου, "φορούσε" μια κάρτα ήχου Sound Blaster compatible που είχε και drivers για DOS. Σε συνδυασμό και με το μικρό του μέγεθος έδειχνε ιδανική επιλογή και η απουσία Voodoo δεν με ενοχλούσε, καθώς τα παιχνίδια που ήθελα να παίξω ήταν παλαιότερα.

Ικανοποιημένος με την επιλογή μου, στράφηκα στο website της Hewlett Packard προκειμένου να ψάξω για τους drivers της κάρτας ήχου του Omnibook XE3 και να επιβεβαιώσω ότι υποστηρίζεται το DOS. Και εκεί με περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη:


Να κάνω εδώ μια μικρή παρένθεση και να σημειώσω ότι η online υποστήριξη σε θέμα οδηγών συσκευών που παρείχε η Hewlett Packard ήταν ανέκαθεν υποδειγματική: θυμάμαι ότι, από το 2001, όταν εταιρίες-κολοσσοί όπως η ASUS είχαν άθλια websites που σέρνονταν και πολλές φορές απλά δεν μπορούσες να βρεις αυτό που ήθελες (πλήρης απουσία, links που δεν οδηγούσαν πουθενά κι άλλα τέτοια ωραία), η HP είχε website ταχύτατο και πλήρως ενημερωμένο με drivers για όλα τα προϊόντα της και για τρομερή ποικιλία obsolete λειτουργικών συστημάτων (MS-DOS, Windows 3.1, Windows 95, Windows 98 κλπ). Καταλαβαίνετε λοιπόν πόση εντύπωση μου έκανε η απουσία του Omnibook XE3 από τη λίστα (όπως και του XE2 και άλλων παλαιότερων Omnibooks). Πρόσεξα όμως στο κάτω μέρος της οθόνης αυτό που έγραφε περί no longer supported products και θεώρησα ότι, όπως κάνουν και άλλες εταιρίες, έτσι και η HP αποφάσισε να βάλει σε διαφορετικό τμήμα του website της τα χαρακτηριζόμενα και ως "legacy" ή "obsolete" προϊόντα της. Έτσι λοιπόν, πάτησα το "See the list". Μετά από 2-3 clicks αντίκρισα την παρακάτω οθόνη:


Α-χα, νάτος! Click στο "Omnibook XE3", επιλογή του ακριβούς μοντέλου, και...


Κοίταζα την οθόνη σαν χάνος και δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που διάβαζα. Όχι κάτι του στυλ "οι drivers για τα legacy products βρίσκονται αρχειοθετημένοι στο τάδε link" ή κάτι αντίστοιχο, όχι: τους διαγράψαμε. Πάει. Τέλος. Πέτα το. Δηλαδή, από τη μία λέμε ότι το internet είναι μια τεράστια βάση δεδομένων, μία ατελείωτη βιβλιοθήκη πληροφοριών και αρχείων πάσης φύσεως και από την άλλη, μια εταιρία όπως η Hewlett Packard αποφασίζει να διαγράψει δια παντός τους drivers κάποιων προϊόντων τα οποία η ίδια αποφάσισε να χαρακτηρίσει ως "retired". Πριν καταλήξω στον χαρακτηρισμό του τίτλου της ανάρτησης, κάθισα να το σκεφτώ λίγο. Για ποιον λόγο μπορεί να το έκαναν; Τους έπιαναν πολύτιμο χώρο στο site; Ας μην κοροϊδευόμαστε, θυμάστε όλοι ότι οι drivers των περισσότερων προϊόντων της HP στα 90s έρχονταν σε δισκέτες, πράγμα που σημαίνει ότι το μέγεθός τους ήταν ελάχιστο. Όταν τη σήμερον ημέρα ένας driver για ασύρματη κάρτα δικτύου ή κάρτα οθόνης ξεπερνάει με άνεση τα 200ΜΒ γίνεται εύκολα κατανοητό ότι όλοι οι drivers για τα παλιά προϊόντα της εταιρίας δεν πρέπει να ξεπερνούσαν σε μέγεθος (αθροιστικά) αυτούς 10 σύγχρονων laptops. Άρα, ο χώρος στο website δεν ήταν το θέμα. Τι απομένει λοιπόν;

Πρόκειται για ένα απτό δείγμα της τακτικής της προγραμματισμένης αχρήστευσης; Όταν, παρά την αλλαγή σε τεχνολογίες και τις συνεχείς (άσκοπες;) εξελίξεις σε επίπεδο hardware και software εσύ, βλαμμένε καταναλωτή, συνεχίζεις να χρησιμοποιείς το προϊόν 15ετίας ε, κάπως πρέπει να σε σταματήσουμε. Κι ας το πλήρωσες κάποτε ένα καράβι χρήματα. Κι ας μην σε ενημερώσαμε όταν το αγόρασες ότι σε δεκαπέντε χρόνια θα φροντίσουμε να διαγράψουμε όλα τα σχετικά με το μηχάνημά σου αρχεία από το site μας.

Η πλάκα φυσικά είναι ότι και εγώ όπως και οποιοσδήποτε άλλος έχει στην κατοχή του και χρησιμοποιεί κάποιο τέτοιο μηχάνημα, το κάνει για συγκεκριμένους λόγους (εγγραφή δισκετών, χρήση παράλληλης, σειριακής ή PCMCIA θύρας, DOS ή Windows 95/98 εφαρμογές κλπ) και δεν υποκαθιστά με αυτό το κύριο PC του. Συνεπώς, ως καταναλωτής συνεχίζω να αγοράζω, συνεχίζω να παίζω το παιχνίδι της Hewlett Packard και της κάθε Hewlett Packard (πρώτη διδάξασα φυσικά η Apple, μην ξεχνιόμαστε). Άρα, γιατί διέγραψαν τους drivers, τα manuals και όλα τα σχετικά; Τι κέρδος είχαν απ' αυτό;

Μία λέξη τελικά έρχεται στο μυαλό: αλητεία...

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

SID στον Spectrum; Ναι, γιατί όχι;

Καθώς το Kickstarter campaign για τον ZX Spectrum Next πλησιάζει προς την ολοκλήρωσή του, σχεδόν όλα τα stretch goals έχουν πλέον ολοκληρωθεί, καθώς οι απανταχού backers αγκάλιασαν τον Next με αγάπη, στοργή, καλοσύνη και, φυσικά, χρήματα. Και πώς μπορείς να κάνεις κι αλλιώς, άλλωστε; Μιλάμε για ένα μεγαλεπήβολο project που μπορεί να χαρακτηρισθεί απλά ως "too good to be true" και σίγουρα όλοι οι backers θα σταυρώνουμε τα δάκτυλά μας με αγωνία και θα σιγοψιθυρίζουμε προσευχές στους θεούς του computing μέχρι και τον Ιανουάριο του 2018, οπότε και αναμένεται να ξεκινήσουν οι αποστολές των μηχανημάτων...


Έτσι λοιπόν, όχι μόνο (μέσα σε μία μέρα) εκπληρώθηκε ο στόχος των £250.000, αλλά μέχρι τώρα "κερδίσαμε" και τα παρακάτω:

- Μεγαλύτερη FPGA κατά 60%

- Προσθήκη slots για WiFi module και επέκταση μνήμης

- Το παιχνίδι REX Next

- Ένα ολοκαίνουριο παιχνίδι της σειράς Dizzy από τους Oliver twins

- Επέκταση της onboard μνήμης από τα 512ΚΒ στο 1ΜΒ

Και, αν μαζευτούν ακόμα £14.000 στις 5 ημέρες που απομένουν (λογικά θα συμβεί) όλοι οι μελλοντικοί ιδιοκτήτες του Next θα τον παραλάβουμε μαζί με ένα καλοτυπωμένο "κανονικό" manual σε χαρτί, όπως γινόταν τότε που τα καταναλωτικά αγαθά είχαν ψυχή και δεν αποτελούσαν απλά μια εφήμερη δόση καπιταλιστικής ικανοποίησης...

Λόγω λοιπόν της μεγαλύτερης FPGA, ο Spectrum Next θα "φιλοξενεί" 3 chips ήχου ΑΥ-3-8912 αλλά θα έχει χώρο και για μερικά ακόμα chips. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό, ο Henrique Olifiers ανέβασε ένα video στο οποίο μας δείχνει τον Next με ένα SID στην FPGA του (ναι, μιλάμε για το SID του Commodore 64) το οποίο, σε συνδυασμό με τα 3 chips ΑΥ-3-9812 δίνει στον υπολογιστή out of this world ηχητικές δυνατότητες - τουλάχιστον με τα standards των 8bit μηχανημάτων (και όχι μόνο). Άντε, και με μια Paula στο μέλλον!


Φυσικά, εξυπακούεται ότι ο τίτλος της ανάρτησης είναι ολίγον τι πλασματικός, καθώς, όπως διαβάσατε, η δυνατότητα για SID υπάρχει μόνο στον Spectrum Next και όχι σε οποιονδήποτε ZX Spectrum. Αλλά, από την άλλη, κι ο Next Spectrum δεν είναι;

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Once We Were Kings #9 - Amiga 2000 (5x)

Πλησιάζοντας προς το τέλος αυτής της σειράς αναρτήσεων (θα ολοκληρωθούν με το 10ο μέρος) θα ασχοληθούμε με την "Μεγάλη Κυρία" μεταφορικά και κυριολεκτικά, την Amiga 2000 η οποία, όπως κι αν το δει κανείς, είναι πραγματικά ευμεγέθης. Γιατί; Γιατί έχουμε να κάνουμε με την Amiga με την πλέον ανοιχτή αρχιτεκτονική όλων (δεν υπολογίζω στη συγκεκριμένη δήλωση τις Α3000Τ και Α4000Τ που ήταν εντελώς σπάνιες και αποτελούσαν επί της ουσίας Amigas σε PC server cases).


Κάποιοι χαρακτηρίζουν την Amiga 2000 ως μία "Amiga 500 με θύρες επέκτασης". Αυτό δεν είναι απολύτως ακριβές - νομίζω ότι θα ταίριαζε περισσότερο το "μια Amiga 500 Plus με θύρες επέκτασης" καθώς, στην πλειοψηφία τους, οι 2000αρες διέθεταν Enhanced Chipset και 1MB μνήμης Chip RAM. Όπως και να 'χει πάντως, αυτό που πραγματικά έχει σημασία είναι η ύπαρξη των (πολλών) εσωτερικών expansion slots που δίνουν τη δυνατότητα στον χρήστη να αναβαθμίσει το μηχάνημά του με κάθε δυνατό - αναμενόμενο και μη - τρόπο. Αν φέρουμε στο μυαλό μας 2 άλλα μηχανήματα του παρελθόντος που βάσισαν μέρος της επιτυχίας τους στην ανοικτή αρχιτεκτονική (Apple II, IBM PC) κατανοούμε πόσο σημαντική είναι η επιλογή μιας τέτοιας σχεδιαστικής κατεύθυνσης...


Αν θυμάμαι καλά, είχα 5 Amigas 2000 τότε, "τα καλά τα χρόνια". Η μία ήταν ένα μέσα σε ένα custom tower case από PC η οποία, μέχρι να φτάσει στα χέρια μου, είχε κάνει κυριολεκτικά τον γύρο του κόσμου (Καναδάς και Γερμανία βρίσκονται ανάμεσα στις προηγούμενες τοποθεσίες που στεγάστηκε το εν λόγω μηχάνημα). Οι άλλες τρεις είναι αυτές που βλέπετε στις φωτογραφίες, οι οποίες, όπως γίνεται φανερό από τις φωτογραφίες των πίσω όψεων τους, είχαν κάθε άλλο παρά λίγες κάρτες επέκτασης στα εσωτερικά τους.


Με την 5η και τελευταία Amiga 2000 θα ασχοληθούμε ενδελεχώς στο επόμενο, 10ο και τελευταίο μέρος αυτής της σειράς των αναρτήσεων, καθώς ήταν αυτή στην οποία αφιέρωσα τον περισσότερο χρόνο για να φτιάξω κάτι που (θεωρώ ότι) ήταν πραγματικά ξεχωριστό - μην πω και μοναδικό ίσως παγκοσμίως. Αυτά όμως στο επόμενο μέρος...

Η Amiga 2000 μπορεί να φιλοξενήσει μέσα της έναν scandoubler (στο video slot, το μοναδικό που βρίσκεται στην γωνία, απομονωμένο από όλα τα υπόλοιπα), έναν accelerator (στο CPU slot), 5 κάρτες Zorro II και 4 κάρτες για PC στα 2 x 8bit και στα 2 x 16bit ISA slots (κοινά με τα 2 τελευταία Zorro II slots). "Κάρτες για PC;", θα ρωτήσει κάποιος. "Τι να τις κάνει;".


Η αλήθεια είναι ότι ένα μεγάλο ατού της Amiga 2000 τον καιρό που αυτή κυκλοφόρησε (1987) ήταν ότι είχε τη δυνατότητα, μέσω συγκεκριμένων καρτών επέκτασης (των επονομαζόμενων bridgeboards) να φιλοξενεί στο εσωτερικό της ένα ολόκληρο PC συμβατό μηχάνημα. Κι αν νομίζετε ότι αυτό μπορεί να ήταν χρήσιμο κάποτε αλλά παντελώς άχρηστο στις μέρες μας, θα σας πω ότι κάνετε μεγάλο λάθος - θα καταλάβετε στο επόμενο μέρος!

Να σημειώσω εδώ ότι τα ISA slots στο motherboard της Amiga 2000 ενεργοποιούνταν μόνο εφόσον υπήρχε εγκατεστημένο bridgeboard - λογικό αν το σκεφτεί κανείς: τι να κάνεις τα ISA slots αν δεν έχεις PC, έτσι δεν είναι;


Τις δικές μου Amigas 2000 τις είχα εφοδιάσει με CD/DVD drives (το φατνίο για το 5 1/4" floppy disk drive του PC κάθεται "κουτί"), κάρτες γραφικών, scandoublers, κάρτες δικτύου, controllers (σε αντίθεση με τις Α3000 και Α4000 η 2000αρη δεν διαθέτει hard disk controller on board) και, φυσικά, accelerators!


Αν θυμάμαι καλά, η κορυφαία (Amiga-wise, έχει σημασία αυτό) μου 2000αρη διέθετε Blizzard 2060 με 128ΜΒ μνήμης RAM, SCSI σκληρό δίσκο και DVD-ROM της Pioneer, scandoubler A2320 της Commodore, κάρτα δικτύου και μία Piccolo κάρτα γραφικών. Γίνεται εύκολα κατανοητό ότι, με αυτό το configuration το μηχάνημα απλά "φυσούσε" αφήνοντας κατά πολύ πίσω stock αλλά και expanded Amigas 3000 και 4000...

"Ωραία όλα αυτά αλλά, αν θέλω μια επεκτάσιμη Amiga γιατί να μην ξεκινήσω από μία Α3000 ή Α4000 που έχουν και καλύτερα hardware χαρακτηριστικά;", μπορεί εύλογα να αναρωτηθεί κάποιος. Η απάντηση, για μένα, είναι ότι στην Α2000 το χαίρεσαι περισσότερο καθώς ξεκινάς από έναν ταπεινό 68000 με 1ΜΒ μνήμης και φτάνεις... όπου αντέχει η τσέπη σου! Σιγά-σιγά, βήμα-βήμα μπορεί κανείς να επεκτείνει την Α2000 ξεκινώντας από ένα floppy based μηχάνημα μέχρι να δημιουργήσει ένα πραγματικό τέρας. Ας μη λησμονούμε και τις μεγάλες δυνατότητες επέκτασης στο PC κομμάτι καθώς, ακόμα και αν γεμίσουμε όλα τα ISA slots μας μένουν ελεύθερα 3 Zorro II slots και τα CPU και video slots: για δοκιμάστε να κάνετε κάτι αντίστοιχο με τις Α3000 και Α4000!


Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Κυκλοφόρησε το 7ο τεύχος του K & A Plus

Το νέο, 7o τεύχος του ψηφιακού περιοδικού K & A Plus είναι γεγονός! Στις 82 σελίδες της τρέχουσας έκδοσης μπορείτε να απολαύσετε ποικιλία θεμάτων σχετικών με τα μηχανήματα της Commodore.


Εκτός από τις δεκάδες game reviews για VIC-20, Commodore 64, Commodore 16, Plus/4, Amiga και next gen μπορείτε να διαβάσετε συνεντεύξεις των Jon Hare, Trevor Dickinson και Thomas Heinrich, παρουσίαση του (γνωστού μας) accelerator Furia 020 για την Amiga 600 και πολλά ακόμα ενδιαφέροντα θέματα.

Μπορείτε να κατεβάσετε το 7ο τεύχος του K & A Plus από εδώ. (Πηγή: iamretro forum).

Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Η πρώτη δεκαετία της Microsoft και η γέννηση του IBM PC




"When Paul Allen and I started Microsoft over 30 years ago, we had big dreams about software. We had dreams about the impact it could have. We talked about a computer on every desk and in every home"
Bill Gates




Βοστόνη, Μασαχουσέτη, Ιανουάριος 1975: ο Paul Allen έτρεξε φουριόζος να βρει τον παιδικό του φίλο και χομπίστα προγραμματιστή Bill Gates, κρατώντας τυλιγμένο στο χέρι του το τελευταίο τεύχος του περιοδικού Popular Electronics που, εκείνη την εποχή, στις καρδιές των computer geeks και των ερασιτεχνών ηλεκτρονικών, κατείχε μια θέση κάπου ανάμεσα στο Ευαγγέλιο και στο... "Mein Kampf"! Οι χιλιάδες λάτρεις της νέας (για την εποχή) τεχνολογίας περίμεναν με κομμένη την ανάσα κάθε μήνα την κυκλοφορία του δημοφιλούς περιοδικού, προκειμένου να ενημερωθούν για τις εξελίξεις και τα νέα προϊόντα. Και, πράγματι, το τεύχος του Ιανουαρίου του 1975, τους επεφύλασσε μια ευχάριστη έκπληξη: είχε ως κεντρικό θέμα και θέμα εξωφύλλου την παρουσίαση του πρώτου προσωπικού υπολογιστή, του Altair 8800 της εταιρίας MITS. Ο Altair 8800 ήταν ο πρώτος προσωπικός υπολογιστής που κυκλοφόρησε σε τιμή που ήταν προσιτή (σχεδόν) στον οποιονδήποτε, καθώς, σε μορφή kit, κόστιζε μόλις 439 δολάρια! Ποια όμως ήταν η MITS και ποιοι βρίσκονταν πίσω απ' αυτό το επαναστατικό προϊόν;

Το περίφημο τεύχος του Ιανουαρίου του 1975 του Popular Electronics, με την παρουσίαση του Altair 8800


Micro Instrumentation and Telemetry Systems
H MITS ήταν μια εταιρία ηλεκτρονικών kit και κατασκευών που δημιουργήθηκε το 1969 από τους Ed Roberts, Forrest Mims, Stan Cagle και Bob Zaller με κύριο σκοπό την παραγωγή kit μοντέλων πυραύλων, τα οποία ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του 1960, λόγω του διαστημικού προγράμματος των Η.Π.Α. που κατέληξε στην πρώτη προσσελήνωση, το 1969. Τα πράγματα όμως δεν πήγαν όπως ανέμεναν οι τέσσερις ιδρυτές της εταιρίας και τα πρώτα προϊόντα αυτής, ένα kit τηλεμετρίας και μία συσκευή που μετέφερε ήχους μέσω μιας ακτίνας φωτός δεν πούλησαν τα προσδοκώμενα τεμάχια. Ως αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού, και σε συνδυασμό με το ότι είχαν άλλες πιο ενδιαφέρουσες και προσοδοφόρες ασχολίες, οι Mims, Cagle και Zaller αποφάσισαν να φύγουν από την εταιρία. Ο Ed Roberts αγόρασε τα μερίδια και των τριών με 600 δολάρια (!) και, έχοντας πλέον τον ολοκληρωτικό έλεγχο της MITS, στράφηκε στην κατασκευή ηλεκτρονικών αριθμομηχανών (calculators). Η πρώτη αριθμομηχανή της εταιρίας, η MITS 816 κυκλοφόρησε το 1971. Μετά από την παρουσίαση της τελευταίας - πού αλλού; - στο Popular Electronics του Νοεμβρίου του 1971 οι παραγγελίες άρχισαν να καταφθάνουν κατά χιλιάδες και η MITS 816 έγινε μία άμεση εμπορική επιτυχία.

Τα μοντέλα της MITS που διαδέχθηκαν την MITS 816 ήταν πιο εξελιγμένα και με περισσότερες δυνατότητες και, χάρη στις δεκάδες διαφημιστικές καταχωρήσεις που έβαζε ο Ed Roberts στα τεχνικά έντυπα, είχαν ακόμα μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία από το πρώτο μοντέλο. Ήδη, το 1973, η MITS διέθετε ένα εργοστάσιο κατασκευής αριθμομηχανών στο Albuquerque του New Mexico, με εμβαδό 10.000 τετραγωνικών ποδιών και απασχολούσε 110 υπαλλήλους. Ο Ed Roberts αποφάσισε να εντάξει την εταιρία στο χρηματιστήριο αλλά, για κακή του τύχη, η πετρελαϊκή κρίση του 1973 δημιούργησε ένα γενικότερο αρνητικό κλίμα, με αποτέλεσμα να μη μπορέσουν να βρουν αγοραστές οι μισές από τις μετοχές που διατέθηκαν. Έτσι η MITS άρχισε να αποκτά προβλήματα ρευστότητας και, φθάνοντας στον Ιούλιο του 1974, είχε δημιουργήσει χρέη 300.000 δολαρίων και είχε μειώσει το μέγεθος του εργατικού δυναμικού που απασχολούσε στα 20 άτομα. Ο Ed Roberts έπρεπε να κάνει κάτι για να βγει η εταιρία του από την κρίση, και έπρεπε να το κάνει άμεσα...

Τον ίδιο καιρό, η Intel κυκλοφόρησε τον πρώτο της μικροεπεξεργαστή γενικής χρήσης, τον 8080. Ο Ed Roberts οραματίστηκε τον επαναστατικό αυτό νέο μικροεπεξεργαστή ως την "καρδιά" ενός προσιτού, προσωπικού υπολογιστή. Έθεσε ως στόχο τη δημιουργία ενός τέτοιου kit με τιμή πώλησης γύρω στα 400 δολάρια, και αποφάσισε να ρισκάρει τα πάντα προκειμένου να τα καταφέρει: παρήγγειλε 1.000 μικροεπεξεργαστές από την Intel για να πετύχει χαμηλή τιμή ανά τεμάχιο και πήρε ένα τραπεζικό δάνειο 60.000 δολαρίων για να χρηματοδοτήσει το όλο έργο. Έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά μαζί με τον αρχι-μηχανικό της MITS, τον Bill Yates, και κατάφεραν να ετοιμάσουν ένα πρωτότυπο τον Οκτώβριο του 1974. Ονόμασαν το μηχάνημα "Altair 8800". Τώρα, το μόνο που έμενε, ήταν να εξασφαλίσουν ότι θα προλάβαιναν να γίνει η παρουσίαση του υπολογιστή στο τεύχος του Ιανουαρίου του 1975 του Popular Electronics

Η έδρα του Popular Electronics βρισκόταν στη Νέα Υόρκη, κι έτσι ο Roberts αποφάσισε να στείλει το μοναδικό πρωτότυπο του Altair 8800 που διέθετε για την παρουσίαση στα γραφεία του περιοδικού, χρησιμοποιώντας μία εταιρία σιδηροδρομικών μεταφορών. Όμως και πάλι, η χρονική συγκυρία ήταν ατυχής: ενώ ο υπολογιστής "ταξίδευε" προς τη Νέα Υόρκη, οι υπάλληλοι της μεταφορικής εταιρίας ξεκίνησαν απεργία! Όταν έληξε η απεργία, η κούτα με τον πρωτότυπο Altair 8800 είχε εξαφανιστεί! Καθώς, εκτός από τον Ed Roberts, και οι υπεύθυνοι του Popular Electronics ήθελαν να παρουσιάσουν τον Altair 8800 στο τεύχος του Ιανουαρίου, ο συντάκτης του άρθρου άρχισε τη συγγραφή βασιζόμενος σε κάποιες φωτογραφίες του πρωτότυπου που του είχε στείλει ο Roberts, ενώ ταυτόχρονα ο τελευταίος μαζί με τον Yates ξεκινούσαν την κατασκευή ενός δεύτερου πρωτότυπου. Το αποτέλεσμα όλης αυτής της τραγελαφικής κατάστασης ήταν ότι ο υπολογιστής που τελικά μπήκε σε παραγωγή και κυκλοφόρησε είχε εντελώς διαφορετική κεντρική πλακέτα απ' αυτήν που παρουσίασε το Popular Electronics ενώ, συν τοις άλλοις, ο Altair 8800 που κόσμησε τελικά το εξώφυλλο του περιοδικού δεν ήταν παρά ένα άδειο κουτί!

Και εγένετο BASIC
Πίσω στη Βοστόνη και στην αρχή της ιστορίας μας, αφού οι Gates και Allen διάβασαν με ενθουσιασμό το άρθρο για τον Altair 8800, αποφάσισαν ότι είχε φτάσει η ώρα να βουτήξουν στα βαθειά νερά: ο Altair θα χρειαζόταν μια γλώσσα προγραμματισμού και ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι όποιος την κυκλοφορούσε πρώτος θα κατακτούσε τη (νεογέννητη) αγορά. Αποφάσισαν λοιπόν να επικοινωνήσουν με την MITS και μίλησαν με τον ίδιο τον Ed Roberts. Προκειμένου να του κεντρίσουν το ενδιαφέρον, του είπαν ότι είχαν ήδη φτιάξει μία έκδοση της BASIC και, αν τους έδινε κάποιους μήνες χρόνο, θα μπορούσαν να τη μετατρέψουν ώστε να "τρέξει" στον Altair 8800. Ο Ed Roberts δέχτηκε, και κανόνισαν να γίνει η επίδειξη στις αρχές του Μαρτίου. Είχαν στη διάθεσή τους 8 εβδομάδες αλλά δεν είχαν Altair 8800. Ούτε και BASIC!

Στην πραγματικότητα, το μόνο που είχαν οι Allen και Gates ήταν κάποια προγραμματιστικά εργαλεία που είχαν φτιάξει για το μικροεπεξεργαστή Intel 8008, τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν κάποιες ώρες ημερησίως ένα mainframe DEC PDP-10 στο πανεπιστήμιο του Harvard όπου φοιτούσε ο Gates, καθώς και ένα πρόγραμμα που έτρεχε στον PDP-10 και εξομοίωνε τον Intel 8008. Και, φυσικά, τη διάθεση και το πάθος να κυνηγήσουν το όνειρο, να είναι αυτοί που θα φτιάξουν τη διάλεκτο BASIC του Altair 8800! Το πρώτο πράγμα που θα χρειάζονταν ήταν κάθε διαθέσιμο λεπτό του χρόνου που απέμενε μέχρι τη συνάντηση με τον Ed Roberts κι έτσι ο Gates, χωρίς δεύτερες σκέψεις, παράτησε τις σπουδές του στο Harvard προκειμένου να αρπάξει την ευκαιρία...

Καθώς ο Paul Allen ξεκίνησε να μετατρέπει τον εξομοιωτή του Intel 8008 σε έναν εξομοιωτή για τον Intel 8080 που "φορούσε" ο Altair προκειμένου να μπορέσουν να δοκιμάσουν τη BASIC που θα έφτιαχναν, ο Bill Gates ξεκίνησε να προγραμματίζει την ίδια τη γλώσσα σε assembly. Και μια και δεν είχε στη διάθεσή του υπολογιστή για να χρησιμοποιήσει, έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του κώδικα της γλώσσας σε χαρτί!

Λίγο πριν το τέλος του Φεβρουαρίου, ο εξομοιωτής για τον Intel 8080 ήταν έτοιμος, κι έτσι ο Gates μπόρεσε επιτέλους να δουλέψει το τελευταίο σκέλος της εργασίας του σε πραγματικό υπολογιστή. Ολοκλήρωσε τη BASIC στις αρχές του Μαρτίου στον PDP-10, στον οποίο και έδειχνε να δουλεύει. Καθώς έφτασε η ώρα για τη συνάντηση με τον Ed Roberts, οι Gates και Allen μετέφεραν τον κώδικα της BASIC σε διάτρητη χαρτοταινία και αποφάσισαν να πάει ο τελευταίος στο ραντεβού με τον Roberts, καθώς μπορεί μεν να μην είχε προγραμματίσει ο ίδιος τη γλώσσα, αλλά έδειχνε αισθητά μεγαλύτερος και πιο "σοβαρός" από τον Gates!

Όταν ξεκίνησε το ραντεβού με τον Ed Roberts, ο Paul Allen κυριολεκτικά έτρεμε από το άγχος του: ο Altair 8800 ήταν ήδη μια μεγάλη εμπορική επιτυχία και ο Roberts ο κυρίαρχος της αγοράς και τώρα αυτός, καθόταν απέναντί του, έτοιμος να του κάνει επίδειξη της γλώσσας προγραμματισμού που είχε φτιάξει ο κολλητός του. Και, μέχρι αυτή τη στιγμή, κανένας από τους δυο τους, ούτε αυτός, ούτε ο Gates δεν είχε καν ακουμπήσει έναν Altair 8800 - πόσες άραγε πιθανότητες υπήρχαν πραγματικά, ρεαλιστικά, να δουλέψει η BASIC; Προφανώς ελάχιστες…

Ο Allen με τρεμάμενα χέρια κούνησε τους διακόπτες του Altair και έδωσε εντολή να φορτώσει το πρόγραμμα. Όταν ολοκληρώθηκε το φόρτωμα, το εκτέλεσε, σταυρώνοντας τα δάκτυλά του και έκλεισε τα μάτια του. Όταν τα ξανάνοιξε, είδε output στην οθόνη. Έδωσε την εντολή "PRINT 2+2". Στην οθόνη του Altair 8800 εμφανίστηκε ένα "4". Ο Allen δεν το πίστευε: δούλευε! Η BASIC που είχε γράψει ο Gates, κατά το μεγαλύτερο μέρος σε χαρτιά και χωρίς ποτέ του να έχει δει από κοντά τον υπολογιστή στον οποίο προοριζόταν να τρέξει, δούλευε! Τα είχαν καταφέρει!

MICROcomputer SOFTware
Οι εξελίξεις από το σημείο αυτό και μετά, ήταν ραγδαίες: ο Ed Roberts προσέλαβε τους Gates και Allen ως εξωτερικούς συνεργάτες, προκειμένου να συντηρούν και να εξελίσσουν την BASIC, την οποία και κυκλοφόρησε στην αγορά ως "Altair BASIC". Οι δύο προγραμματιστές αποφάσισαν να ιδρύσουν μία εταιρία, προκειμένου να μπορούν να προωθούν το προϊόν τους. Το όνομα αυτής; "Microsoft" (σύντμηση των λέξεων "MICROcomputer" και "SOFTware"). Η έδρα της; Που αλλού, δίπλα στο εργοστάσιο της MITS, στο Albuquerque του New Mexico.

Η business card του Bill Gates ως προέδρου της Microsoft το 1975

Το "ατίθασο νιάτο" Bill Gates συνελήφθη από την αστυνομία του Albuquerque το 1977 για παράβαση του Κ.Ο.Κ.!

Τα χρόνια που ακολούθησαν, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1970, στις Ηνωμένες Πολιτείες συντελέσθηκε μία τεχνολογική επανάσταση, με επίκεντρο τους προσωπικούς υπολογιστές: ακολουθώντας την επιτυχία του Altair, δεκάδες νέες εταιρίες εμφανίστηκαν από το πουθενά, παρουσιάζοντας τις δικές του προτάσεις για προσωπικούς υπολογιστές. Εκατοντάδες μοντέλα κυκλοφόρησαν σε αυτό το διάστημα, άλλα αποτυχημένα εμπορικά και άλλα επιτυχημένα. Οι περισσότερες από τις εταιρίες αυτές παραγωγής υπολογιστών χρεοκόπησαν και χάθηκαν στη λήθη, αλλά τρεις από αυτές που τα κατάφεραν στην παρθένα αυτή αγορά γιγαντώθηκαν και μεσουράνησαν για αρκετό καιρό στο χώρο: ήταν η Commodore Business Machines, η Tandy Radio Shack και, φυσικά, η Apple Computers που κυκλοφόρησαν τους PET, TRS-80 Model I και Apple ΙΙ, αντίστοιχα. Τα τρία αυτά μηχανήματα ήταν τα απόλυτα best sellers στην Αμερικάνικη (και όχι μόνο) αγορά μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Και τα τρία αυτά μηχανήματα, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, έρχονταν εφοδιασμένα με εκδόσεις της Microsoft BASIC!

Πράγματι, η Microsoft εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο την ώθηση που της δόθηκε αλλά και την τεχνογνωσία που απέκτησε από τη συνεργασία της με τη MITS, με αποτέλεσμα να εδραιωθεί στις συνειδήσεις του κοινού αλλά και των εταιριών του χώρου, ως η νούμερο ένα εταιρία κατασκευής γλωσσών προγραμματισμού, με κυρίαρχο προϊόν φυσικά, την BASIC. Χωρίς το παραμικρό ίχνος υπερβολής, οι υπολογιστές που μπορούσε κανείς να αγοράσει την αυγή της δεκαετίας του 1980 οι οποίοι "φορούσαν" κάποια έκδοση της Microsoft BASIC ήταν περισσότεροι αθροιστικά από όλα τα υπόλοιπα μοντέλα που διέθεταν κάποια άλλη γλώσσα προγραμματισμού ή άλλη έκδοση της BASIC! Τυπικά παραδείγματα προσωπικών υπολογιστών της εποχής που ήταν εφοδιασμένα με τη Microsoft BASIC είναι οι Commodore PET, VIC-20 και 64, ο Apple II, όλη η σειρά των 8μπιτων Atari, οι TRS-80 Model I, II, III και CoCo, οι αγγλικοί ORIC-1 και Atmos και οι Dragon 32 και 64 και πολλοί-πολλοί άλλοι... Κι όμως, όσο και αν ακούγεται απίστευτο, την ίδια εποχή που η Microsoft είχε μερίδιο πάνω από 50% της αγοράς των γλωσσών προγραμματισμού, μία άλλη εταιρία είχε σχεδόν το 90% στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων! Ας πούμε μερικά λόγια για τον Gary Kildall και την Intergalactic Digital Research...

CP/M
Ο Gary Kildall, αφού στα 30 του χρόνια ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στην επιστήμη των υπολογιστών, δημοσίευσε την εργασία του για την ανάλυση της ροής δεδομένων που αποτελεί ακόμα και σήμερα ακρογωνιαίο λίθο στη βελτιστοποίηση των compilers γλωσσών προγραμματισμού. Στη συνέχεια εργάστηκε ως εξωτερικός συνεργάτης και σύμβουλος στην Intel, η οποία του παρείχε συστήματα με τους νέους της επεξεργαστές 8008 και 8080. Πάνω στα συστήματα αυτά, ο Kildall δημιούργησε την πρώτη στον κόσμο γλώσσα προγραμματισμού υψηλού επιπέδου, την PL/M, το 1973. Το ίδιο έτος, με βάση ένα υπολογιστικό σύστημα με τον Intel 8080 και χρησιμοποιώντας την PL/M, δημιούργησε το πρώτο λειτουργικό σύστημα που μπορούσε να χρησιμοποιήσει και να εκμεταλλευτεί το νέο και επαναστατικό μέσο αποθήκευσης δεδομένων, το floppy disk drive!

Ο Gary Kildall, το 1977
Ο Gary Kildall παρουσίασε το λειτουργικό του, το CP/M στην Intel, αλλά οι ιθύνοντες της εταιρίας δεν έδειξαν ενδιαφέρον - αντίθετα, αγόρασαν τα δικαιώματα για την PL/M. Αν και εκείνη την εποχή δεν ήταν ακόμα διαδεδομένο, ο Kildall πίστευε ότι το disk drive ήταν το μέλλον, και αποφάσισε να επενδύσει με κάθε τρόπο στο λειτουργικό σύστημα που είχε δημιουργήσει. Έτσι λοιπόν, το 1976, έφτιαξε με τη γυναίκα του Dorothy μία εταιρία με σκοπό να προωθήσουν το CP/M, και με έδρα το Pacific Grove της California. Και το όνομα αυτής; "Intergalactic Digital Research"!


Ο πρώτος διαδεδομένος προσωπικός υπολογιστής στον οποίο η Digital Research έκανε port και κυκλοφόρησε το CP/M ήταν ο IMSAI 8080 ο οποίος ήταν κλώνος του Altair 8800 και, φυσικά, ήταν "χτισμένος" γύρω από τον ίδιο επεξεργαστή, τον Intel 8080. Ακολούθησαν εκδόσεις για αρκετά ακόμα μηχανήματα που είχαν ως βάση τον 8080 αλλά, η σημαντική κίνηση του Kildall και της Digital Research ήταν η μεταφορά του CP/M σε συστήματα που βασίζονταν σε έναν νέο επεξεργαστή, τον Ζ80 της Zilog. Καθώς η δεκαετία του 1970 έφτανε στο τέλος της, το floppy disk drive γινόταν περισσότερο προσιτό οικονομικά ενώ, ταυτόχρονα, οι υπολογιστές με επεξεργαστή τον Ζ80 κατακτούσαν όλο και μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς. Η χρήση του CP/M επέτρεπε τη μεταφορά εφαρμογών μεταξύ διαφορετικών μηχανημάτων με ελάχιστες ή καθόλου μετατροπές - δεν είναι τυχαίο λοιπόν που φτάνοντας στο 1980 όλοι σχεδόν οι προσωπικοί υπολογιστές που ήταν εφοδιασμένοι με disk drive είχαν ως λειτουργικό σύστημα το CP/M και η Digital Research ήταν ο "μεγάλος παίχτης" στον τομέα των λειτουργικών, όπως αντίστοιχα ήταν η Microsoft στον τομέα των γλωσσών προγραμματισμού...

Το γεγονός που προκαλεί εντύπωση είναι ότι μια αγορά που ουσιαστικά δεν υπήρχε μέχρι και 1975 και η οποία ξεκίνησε από το εξώφυλλο ενός περιοδικού, έφτασε μέσα σε 5 χρόνια να είναι ένα "παιχνίδι" δισεκατομμυρίων δολαρίων, με ήρωες computer geeks που έγιναν εκατομμυριούχοι από τη μια μέρα στην άλλη. Με το ξεκίνημα της νέας δεκαετίας, στην αγορά των προσωπικών υπολογιστών κυριαρχούσαν δύο εταιρίες παραγωγής software, η Digital Research και η Microsoft, και τρεις εταιρίες που κατασκεύαζαν υπολογιστές (Apple, Commodore και Tandy Radio-Shack). Το status quo αυτό όμως έμελε να διαταραχθεί, καθώς δεν είχε μπει ακόμα στο παιχνίδι ο μεγαλύτερος παίχτης, η εταιρία της οποίας το όνομα ήταν αλληλένδετα συνδεδεμένο με τη λέξη "υπολογιστής" στα μυαλά όλων: η ΙΒΜ.

The Big Blue
Η International Business Machines, όπως συμβαίνει και σήμερα, αλλά ακόμα περισσότερο εκείνα τα χρόνια, ήταν μία εταιρία-κολοσσός. Ήταν η 8η εταιρία στη λίστα του περιοδικού Forbes με τις πλουσιότερες εταιρίες στον κόσμο και απασχολούσε χιλιάδες υπαλλήλους. Η ΙΒΜ ήταν τόσο συνυφασμένη με την έννοια του υπολογιστή που, ακόμα και το όνομα του υπολογιστή HAL 9000 στο "2001: A SpaceOdyssey" των Stanley Kubrick/ArthurClarke είναι παράφραση των αρχικών της ΙΒΜ (τα προηγούμενα γράμματα στο λατινικό αλφάβητο από αυτά των αρχικών της ΙΒΜ)! Ο χώρος στον οποίο λειτουργούσε ήταν αυτός των mainframes και των minicomputers και ποτέ μέχρι το 1980 δεν είχε εμπλακεί στην αγορά των home, personal και micro- computers, καθώς, οι ιθύνοντες της εταιρίες θεωρούσαν ότι επρόκειτο για ένα χώρο με μικρό κύκλο εργασιών, ότι ήταν μια παροδική μόδα και άλλα πολλά (και άστοχα!). Όταν πλέον διαπίστωσαν ότι οι προσωπικοί υπολογιστές ήταν εκεί για να μείνουν κι ότι η αγορά είχε γιγαντωθεί, αποφάσισαν ότι ήθελαν και αυτοί ένα κομμάτι της πίτας - ή, ακόμα καλύτερα, ολόκληρη την πίτα! Υπήρχε όμως ένα μικρό πρόβλημα: η ΙΒΜ, εκτός του ότι σαν εταιρία ήταν παντελώς άσχετη με τον τομέα των προσωπικών υπολογιστών, λόγω του μεγέθους της, της δομής της και του πελατειακού της κύκλου λειτουργούσε με ρυθμούς δημοσίου τομέα - κάθε νέο μοντέλο υπολογιστή της εταιρίας χρειαζόταν περίπου 4 με 5 χρόνια ανάπτυξης και σχεδιασμού μέχρι να μπει στο τελικό στάδιο της παραγωγής! Ήταν λοιπόν φανερό, ότι αν η ΙΒΜ ήθελε να μπει σχετικά σύντομα στην αγορά των μικροϋπολογιστών, θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί ένα εντελώς διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης και σχεδιασμού από ότι συνέβαινε μέχρι τότε. Σε μία σπάνια επίδειξη επιχειρηματικής ευστροφίας και ταχύτητας στη λήψη αποφάσεων, η διοίκηση της εταιρίας ανέθεσε στον Bill Lowe και 13 ακόμα υφισταμένους του από το τμήμα έρευνας της ΙΒΜ στη Boca Raton της Florida, να σχεδιάσουν έναν προσωπικό υπολογιστή. Αντί γι' αυτό, ο Lowe παρουσίασε, τον Αύγουστο του 1980, το πλάνο που θα έπρεπε να ακολουθηθεί προκειμένου η ΙΒΜ να παρουσιάσει σύντομα έναν ανταγωνιστικό προσωπικό υπολογιστή. Οι κύριοι άξονες αυτού του πλάνου ήταν οι εξής: το μηχάνημα θα χρησιμοποιούσε ευρέως διαθέσιμα υλικά και όχι custom chips και ειδικά σχεδιασμένα parts. Θα ήταν ανοικτής αρχιτεκτονικής με πολλές θύρες και δυνατότητες επέκτασης, έτσι ώστε τα όποια πιθανά σχεδιαστικά ελαττώματα να μπορούσαν να διορθωθούν στο μέλλον με κάρτες επέκτασης. Και δεν θα πουλιόταν μέσω του δικτύου των dealers της ΙΒΜ, αλλά από καταστήματα λιανικής πώλησης. Ο Lowe είχε πει, παρουσιάζοντας το πλάνο του περιληπτικά: "non IBM technology, non IBM software, non IBM sales and non IBM service"! Σε γενικές γραμμές, το επιχειρηματικό πλάνο του Bill Lowe για τον IBM PC (Personal Computer) ήταν αντίθετο με οτιδήποτε είχε σχεδιάσει και ακολουθήσει η ΙΒΜ μέχρι τότε. Κι όμως, το διοικητικό συμβούλιο το δέχτηκε!

Ο Bill Lowe, o "μπαμπάς" του IBM PC

Μερικούς μήνες αργότερα ο Bill Lowe πήρε προαγωγή, και τη θέση του υπεύθυνου για τη δημιουργία του IBM PC πήρε ο Don Estridge. Με εντολή της διοίκησης, η ομάδα "μεγάλωσε" από τα 13 στα 150 άτομα. Οι ρυθμοί της εργασίας πλέον στη Boca Raton ήταν καταιγιστικοί, σε πλήρη αντιδιαστολή με τη φυσιολογική κατάσταση στην ΙΒΜ, καθώς ήταν θέμα μηνών πια η παρουσίαση του πρωτοτύπου. Υπήρχε όμως ακόμα μια μεγάλη εκκρεμότητα: το software. Ο νέος υπολογιστής θα έπρεπε να διαθέτει λειτουργικό σύστημα και BASIC. Είχε φτάσει πια η ώρα για τους ανθρώπους της ΙΒΜ να μιλήσουν με τον Gary Kildall και τον Bill Gates

Get busy living, or get busy dying
Οι άνθρωποι της ΙΒΜ γνώριζαν ότι ο Gary Kildall και η εταιρία του, η Digital Research πουλούσαν το CP/M, αλλά είχαν λανθασμένα την εντύπωση ότι το ίδιο δικαίωμα είχε και η Microsoft. Κάλεσαν λοιπόν στα κεντρικά γραφεία της εταιρίας που εν τω μεταξύ είχε μετακομίσει από το Albuquerque στο Seattle (μετά από μια μικρή "στάση" στην Washington) και ζήτησαν να συναντηθούν άμεσα με τους υπεύθυνους της εταιρίας. Ο Bill Gates δεν υπήρχε περίπτωση να χάσει την ευκαιρία: κυκλοφορούσε ήδη κάποιους μήνες στην "πιάτσα" των προσωπικών υπολογιστών η φήμη ότι η ΙΒΜ επρόκειτο να μπει στο παιχνίδι και όλοι γνώριζαν ότι όποια εταιρία κατάφερνε να επισυνάψει συνεργασία με τον τεχνολογικό αυτό γίγαντα, θα πέρναγε κατευθείαν σε άλλο επίπεδο. Έτσι λοιπόν, έκλεισε ραντεβού προκειμένου να συναντηθεί άμεσα με τους ανθρώπους της ΙΒΜ. Όπως και έγινε, την επόμενη μέρα, και αφού υπογράφηκαν τα έντυπα εμπιστευτικότητας, έλαβε χώρα η συνάντηση στο Seattle, όπου και οι άνθρωποι της ΙΒΜ, καθόλου ενθουσιασμένοι από το σχολιαρόπαιδο που βρισκόταν απέναντί τους (ο Gates ήταν τότε 24 ετών αλλά έδειχνε μετά βίας 17), ζήτησαν "πακέτο" τη Microsoft BASIC και το CP/M. Ο Gates δέχτηκε άμεσα για τη BASIC, αλλά εξήγησε στους ανθρώπους της "Μεγάλης Κυρίας" ότι τα δικαιώματα για το CP/M ανήκαν στον Gary Kildall και τη Digital Research. Μη μπορώντας λοιπόν να κάνουν αλλιώς, οι τελευταίοι ξεκίνησαν για το Pacific Grove της ηλιόλουστης California

Στο Βικτωριανό του σπίτι στο Pacific Grove, ο Gary Kildall και η σύζυγος και συνεταίρος του Dorothy, επρόκειτο να δεχτούν μία επίσκεψη από μία τριμελή ομάδα ανθρώπων της ΙΒΜ που θα τους πρότειναν να αγοράσουν τα δικαιώματα για το CP/M για τον προσωπικό υπολογιστή που θα κυκλοφορούσε η τελευταία στο άμεσο μέλλον. Στον κόσμο των υπολογιστών αυτό ήταν κάτι αντίστοιχο με το να δέχεσαι επίσκεψη από τον Michael Jordan, τη Monica Bellucci, τον Einstein και το Θεό, και μάλιστα ταυτόχρονα! Δυστυχώς όμως για τους ίδιους, ο Gary και η Dorothy Kildall δεν το αντιμετώπισαν έτσι: ο Gary Kildall δε δέχτηκε καν να παρευρεθεί στη συνάντηση, αφού είχε ήδη κανονίσει κάτι άλλο (!) κι έτσι οι άνθρωποι της ΙΒΜ συναντήθηκαν με τη Dorothy Kildall. Η συνάντηση δεν κράτησε πολύ: με το που παρουσίασαν οι εκπρόσωποι της ΙΒΜ το συμβόλαιο εμπιστευτικότητας - κάτι ιδιαίτερα σύνηθες σε περιπτώσεις που μια μεγάλη εταιρία πρόκειται να αποκαλύψει σε κάποιον τρίτο τα σχέδιά της - η Dorothy Kildall απλά αρνήθηκε να το υπογράψει! Μετά από τις πιέσεις από την πλευρά της ΙΒΜ η Dorothy κάλεσε τον δικηγόρο της και, αφού ο τελευταίος εξέτασε προσεκτικά τα έγγραφα και της εξήγησε το περιεχόμενό τους, η Dorothy αρνήθηκε εκ νέου! Μετά από μία ολόκληρη μέρα που πέρασαν στην οικία των Kildalls οι απεσταλμένοι της ΙΒΜ έφυγαν απογοητευμένοι, αφού δεν κατάφεραν καν να συζητήσουν για την προοπτική της αγοράς των δικαιωμάτων του CP/M με τον Gary ή τη Dorothy - θα επέστρεφαν αναγκαστικά στον μόνο που γνώριζαν προκειμένου να συζητήσουν τις προοπτικές τους, και αυτός ήταν ο Bill Gates που θα τους περίμενε με ανοικτές αγκάλες!

Οι Bill Gates (αριστερά) και Paul Allen το 1981

Ο Bill Gates δεν είναι ο άνθρωπος που θα προσπαθήσει να αποφύγει μια διαμάχη. Ο Bill Gates δεν είναι ο άνθρωπος που θα προσπαθήσει να αποφύγει μια αντιπαράθεση. Και, πάνω απ' όλα, ο Bill Gates δεν είναι ο άνθρωπος που θα προσπαθήσει να αποφύγει μία πρόκληση. Δεν είναι τώρα και, ακόμα περισσότερο δεν ήταν τότε, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν οι απεσταλμένοι της ΙΒΜ επισκέφθηκαν για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες μέρες τα γραφεία της Microsoft στο Seattle, ψάχνοντας για το λειτουργικό σύστημα που θα "φορούσε" το IBM PC

Δεν ήταν θέμα απληστίας για τον Gates και τη Microsoft, αλλά ήταν η ευκαιρία μιας ζωής, η οποία ευκαιρία, όπως έδειχναν τα πράγματα, μπορεί και να χανόταν εξ' αιτίας του Gary Kildall! Ο Kildall δεν ήταν ηλίθιος: είχε σταθμίσει την κατάσταση και υπολόγιζε στο ότι η ΙΒΜ απλά θα έπρεπε να αγοράσει το λειτουργικό του γιατί δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς! Δεν υπήρχε κάποιος υπολογίσιμος αντίπαλος στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων: αν η ΙΒΜ ήθελε να κυκλοφορήσει τον προσωπικό της υπολογιστή μέσα στο 1981, τότε ήταν αναγκασμένη να το αγοράσει από την Digital Research - τα πράγματα ήταν πολύ απλά και πολύ συγκεκριμένα. Ή μήπως όχι;

Η ΙΒΜ είχε υπογράψει τη συμφωνία με τη Microsoft μόλις λίγες μέρες πριν. Και δεν είχαν συμφωνήσει μόνο για την BASIC, αλλά και για άλλες γλώσσες και εφαρμογές - σχεδόν οτιδήποτε είχε κυκλοφορήσει η Microsoft θα γινόταν port στο IBM PC και η Microsoft θα απολάμβανε εγγυημένα κέρδη πολλών εκατομμυρίων δολαρίων, εκτός εάν… Εκτός εάν η ΙΒΜ αποφάσιζε τελικά να μην κυκλοφορήσει το PC της και να ακυρώσει τη συμφωνία αφού δεν είχε βρει λειτουργικό σύστημα! Όχι, αυτό ήταν πολύ μεγάλο, πολύ σημαντικό για να το αφήσει ο Gates στα χέρια της μοίρας και της τύχης. Έτσι λοιπόν, όταν οι άνθρωποι της ΙΒΜ επισκέφθηκαν για δεύτερη φορά τα γραφεία της Microsoft, ο Bill Gates τους είπε ότι έχει στη διάθεσή του ένα λειτουργικό σύστημα σχεδόν έτοιμο, το οποίο, εάν τελικά συμφωνούσαν, θα μπορούσε να το μεταφέρει στο IBM PC. Οι απεσταλμένοι της ΙΒΜ υπέγραψαν τα συμβόλαια με τον Gates, αφήνοντας αναστεναγμούς ανακούφισης αφού, τελικά, είχαν καταφέρει να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους. Βέβαια, δεν θα ένιωθαν και τόσο καλά αν γνώριζαν ότι ο Gates τους είχε πει ψέματα και ότι η Microsoft δεν διέθετε κανένα λειτουργικό σύστημα - ο Gates μόλις είχε βάλει το μεγαλύτερο στοίχημα της ζωής του, είχε μπλοφάρει απέναντι στην ΙΒΜ!

Seattle Computer Products
Η Seattle Computer Products ήταν μια εταιρία που κατασκεύαζε υπολογιστές με έδρα το Seattle, μερικά μόλις χιλιόμετρα μακριά από τα γραφεία της Microsoft. Ένας μηχανικός της Seattle Computer Products, ο Tim Paterson, κατασκεύασε το 1979 ένα πρωτότυπο motherboard, που είχε ως επεξεργαστή τον ολοκαίνουριο Intel 8086. Προκειμένου να γίνει αυτό το motherboard η "καρδιά" ενός υπολογιστή που θα έμπαινε σε παραγωγή, έπρεπε να υποστηριχθεί και από το κατάλληλο software, κι έτσι ο Paterson πήρε το motherboard και πήγε στα γραφεία της Microsoft, καθώς είχε πληροφορηθεί ότι η τελευταία εργαζόταν σε μία έκδοση της BASIC για το 8086. Πράγματι, η BASIC υπήρχε, αλλά δεν υπήρχε λειτουργικό σύστημα κι έτσι ο Paterson, αποφάσισε να γράψει ένα μόνος του! Αγόρασε ένα manual του CP/M από ένα computer shop και αφού το μελέτησε προσεκτικά και διαπίστωσε τι πρέπει να κάνει και πώς πρέπει να αποκρίνεται σε κάθε περίπτωση ένα λειτουργικό σύστημα, προγραμμάτισε το δικό του μέσα σε 4 μόνο μήνες, το οποίο και ήταν επί της ουσίας μια "μεταφορά" του CP/M για 8086! Λόγω του τρόπου με τον οποίο το έφτιαξε μάλιστα, το ονόμασε "QDOS" (Quick & Dirty Operating System) κι έτσι, από το Σεπτέμβριο ήδη του 1980, τα μηχανήματα της Seattle Computer Products μπορούσαν να μπουν σε παραγωγή και να πουληθούν, αφού και λειτουργικό σύστημα είχαν αλλά και BASIC!

Φυσικά, το σημαντικό γεγονός δεν ήταν η κυκλοφορία του υπολογιστή της SCP στο εμπόριο, αλλά το γεγονός ότι κάποιος είχε φτιάξει ένα λειτουργικό σύστημα παρόμοιο με το CP/M σε Intel 8086. Ακόμα πιο σημαντικό ήταν το ότι κάποιοι από τη Microsoft το γνώριζαν!

Η Seattle Computer Products, ως μικρή εταιρία που ήταν, αντιμετώπιζε καθημερινά προβλήματα ρευστότητας τα οποία, αν επιδεινώνονταν, θα μπορούσαν να γίνουν και προβλήματα επιβίωσης. Έτσι λοιπόν, όταν ο Paul Allen επισκέφτηκε τον Tim Paterson και του ζήτησε να αγοράσει το λειτουργικό σύστημα που αυτός είχε προγραμματίσει, ο Paterson προσπάθησε να εκμαιεύσει όσα περισσότερα μετρητά γινόταν. Ζήτησε 50.000 δολάρια, για να παραχωρήσει το QDOS και τον κώδικά του, για οποιαδήποτε χρήση. Ο Paul Allen δέχτηκε. Μέσα σε μία στιγμή, με την υπογραφή αυτής της συμφωνίας, η Seattle Computer Products απέκτησε μια πρόσκαιρη οικονομική ρευστότητα. Ο Bill Gates και ο Paul Allen, πουλώντας το QDOS στην IBM, έγιναν πολυεκατομμυριούχοι.

IBM Personal Computer 5150
Τελικά, τον Αύγουστο του 1981 ήταν όλα έτοιμα - και το hardware, αλλά και το software: η Microsoft είχε προλάβει να μεταφέρει την BASIC στο PC και να "καλλωπίσει" το QDOS, το οποίο, εν τω μεταξύ, είχε μετονομαστεί από την ΙΒΜ σε PC-DOS. Το IBM PC μοντέλο 5150, ο πρώτος προσωπικός υπολογιστής της "Μεγάλης Κυρίας" των υπολογιστών, κυκλοφόρησε μετά βαΐων και κλάδων στις 12 Αυγούστου του 1981. 

IBM Personal Computer 5150
Συνεπικουρούμενο από μια γιγαντιαία διαφημιστική καμπάνια στην οποία πρωταγωνιστούσε ο "TheTramp" (ο χαρακτήρας που υποδυόταν στις περισσότερες ταινίες του ο Charlie Chaplin) και κουβαλώντας τη βαριά κληρονομιά και το - ακόμα πιο βαρύ - όνομα της IBM, το PC έγινε άμεσο hit, πουλώντας δεκάδες χιλιάδες τεμάχια ήδη από τις πρώτες μέρες της κυκλοφορίας του. Και, για κάθε PC που πουλιόταν, η Microsoft εισέπραττε 50 δολάρια. Το ποσό αρχικά δεν φαίνεται να είναι σημαντικό, αλλά το IBM PC ξεπέρασε σε πωλήσεις κάθε προσδοκία, ακόμα και των πλέον αισιόδοξων μέσα στην ίδια την ΙΒΜ: μέχρι το τέλος του 1984 είχαν πουληθεί 3.000.000 PCs, αποφέροντας στη Microsoft καθαρό κέρδος 150.000.000 δολαρίων! Το ρίσκο που πήρε ο Bill Gates πουλώντας στην ΙΒΜ ένα λειτουργικό σύστημα που δεν υπήρχε, είχε αποδώσει. Η Microsoft, από ένα επιτυχημένο software house είχε μετατραπεί μέσα σε λίγους μήνες στον απόλυτο κολοσσό παραγωγής λογισμικού. Ο Gary Kildall και η Digital Research δεν ήταν πια παρά μια ανάμνηση. Το μέλλον για τη Microsoft προδιαγραφόταν λαμπρό - το παράξενο όμως είναι ότι, ενώ αρχικά η επιτυχία της ήταν συνυφασμένη με αυτή της ΙΒΜ, στα χρόνια που θα ακολουθούσαν θα συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο…

Ο πόλεμος των κλώνων
Η Microsoft χρησιμοποίησε στις δύο σημαντικότερες καμπές της ιστορίας της το ίδιο ακριβώς κόλπο: πούλησε κάτι που δεν είχε! Στην περίπτωση της BASIC του Altair 8800 τελικά έφτιαξε η ίδια η εταιρία το προϊόν, στην περίπτωση του PC-DOS (το γνωστό σε όλους μας MS-DOS) χρησιμοποίησε το QDOS του Tim Paterson το οποίο αγόρασε - συγκριτικά - για ψίχουλα. Κι όμως, το μεγαλύτερο (και πιο προσοδοφόρο) κόλπο ήταν άλλο!

Ο Bill Gates, μελετώντας προσεκτικά την πορεία της ΙΒΜ στο χώρο των mainframes, είχε διαπιστώσει ότι η επιτυχία κάθε μηχανήματος στην αγορά σηματοδοτούσε την έναρξη για απόπειρες και, τελικά, την κυκλοφορία κλώνων αυτού του μηχανήματος. Η ίδια η ΙΒΜ είχε αντιμετωπίσει στο παρελθόν με επιτυχία αυτή την "τάση" της αγοράς, χρησιμοποιώντας custom κυκλώματα και chips τα οποία έφτιαχνε και μπορούσε να χρησιμοποιήσει μόνο η ίδια. Όταν όμως κυκλοφόρησε το PC που βασιζόταν σε ανοιχτή (στον οποιονδήποτε) αρχιτεκτονική και υλικά που ο καθένας μπορούσε να προμηθευτεί, το μόνο που μπορούσε να εμποδίσει τους υποψήφιους κατασκευαστές κλώνων ήταν το μοναδικό chip της ίδιας της ΙΒΜ μέσα στο μηχάνημα: το BIOS. Αν κάποιος κατάφερνε να φτιάξει ένα chip που θα μπορούσε να κάνει ακριβώς τις ίδιες δουλειές χωρίς να παραβιάσει τις ευρεσιτεχνίες της ΙΒΜ, τότε, σχεδόν ακαριαία, θα μπορούσε να φτιάξει και έναν κλώνο του ΙΒΜ PC. Οι υπεύθυνοι της ΙΒΜ θεωρούσαν ότι αυτό ήταν αδύνατο να συμβεί. Ο Bill Gates από την άλλη, ήταν σίγουρος ότι θα συμβεί και ότι απλά ήταν θέμα χρόνου. Έτσι λοιπόν, όταν οι Microsoft και ΙΒΜ υπέγραψαν τα συμβόλαια για το software του IBM PC, οι δικηγόροι της Microsoft απαίτησαν να κρατήσει η ίδια η εταιρία τα δικαιώματα για το DOS και τη BASIC, έτσι ώστε να μπορούν να τα πουλήσουν σε οποιονδήποτε θα έφτιαχνε κάποιο μηχάνημα τόσο όμοιο με το PC που να μπορεί να τα χρησιμοποιήσει. Η πλευρά της ΙΒΜ, εφησυχασμένη λόγω της πεποίθησης ότι κανένας δεν θα αντιγράψει το BIOS, δεν είχε πρόβλημα να συμφωνήσει. Αυτή η συμφωνία αποτέλεσε το εναρκτήριο λάκτισμα για την πορεία της ΙΒΜ στο χώρο των προσωπικών υπολογιστών και, ταυτόχρονα, την αρχή του τέλους της!

Επειδή είναι πάντα καλύτερο να μιλάει ο καθ' ύλην αρμόδιος, παραθέτουμε τα ακριβή λόγια του ίδιου του Bill Gates: "the key to the structure of our deal was that IBM had no control over our licensing to other people … and so we were hoping a lot of other people would come along and do compatible machines". Φυσικά, και όπως όλοι πλέον γνωρίζουμε, ο Bill Gates είχε δίκιο: δεκάδες εταιρίες ξόδεψαν εκατομμύρια δολάρια προσπαθώντας, με τη μέθοδο του reverse engineering, να φτιάξουν ένα BIOS chip πλήρως συμβατό με, αλλά ταυτόχρονα εντελώς διαφορετικό από, αυτό της ΙΒΜ. Πρώτη τα κατάφερε η Columbia Data Products και, πολύ σύντομα, την ακολούθησε η - πρωτοεμφανιζόμενη τότε - Compaq...

Ενάμιση χρόνο μετά την κυκλοφορία του IBM PC 5150 άρχισαν να εμφανίζονται στην αγορά οι πρώτοι κλώνοι του. Και ήταν όλοι φθηνότεροι από το ίδιο το PC, ενώ αρκετοί απ' αυτούς υπερτερούσαν σε hardware χαρακτηριστικά και δυνατότητες. Με αργούς στην αρχή ρυθμούς αλλά όλο και ταχύτερους στη συνέχεια, το μερίδιο της ΙΒΜ στην αγορά των προσωπικών υπολογιστών άρχισε να συρρικνώνεται, καθώς όλο και περισσότερα συμβατά μηχανήματα κατέκλυζαν την αγορά. Και, ενώ η ΙΒΜ έχανε κέρδη, η Microsoft γινόταν πλουσιότερη, αφού οι κατασκευαστές όλων αυτών των μηχανημάτων πλήρωναν δικαιώματα χρήσης για το DOS και την BASIC! Καθώς "πατούσαμε" πια στη μέση της δεκαετίας του 1980, το όνειρο του Bill Gates για έναν προσωπικό υπολογιστή σε κάθε σπίτι και σε κάθε γραφείο, είχε γίνει πραγματικότητα!

Το άρθρο που μόλις διαβάσατε είναι αποτέλεσμα πολυήμερης έρευνας και εργασίας και αποτέλεσε κεντρικό θέμα αλλά και θέμα εξωφύλλου του 3ου τεύχους του περιοδικού Retro Planet. Κάποιοι λένε ότι αποτελεί μία από τις καλύτερες δουλειές μου. Θα συμφωνήσω μαζί τους, από την άποψη ότι θεωρώ ότι καταφέρνει να διηγηθεί με ακρίβεια την πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία των πρώτων ετών της Microsoft αλλά και της δημιουργίας της πιο επιτυχημένης πλατφόρμας στην ιστορία των προσωπικών υπολογιστών, αυτής των PCs. Προκειμένου να αναρτηθεί το άρθρο στο blog μου έκανα δεκάδες μικροδιορθώσεις σε σχέση με το αρχικό κείμενο, καθώς αυτό - και παρά τους επανειλημμένους ελέγχους μου - είχε αρκετά μικρολαθάκια. Αυτό όμως που πήρε την περισσότερη ώρα (ώρες!) ήταν η δημιουργία των (πάρα πολλών) hyperlinks - μιλάμε για "σκότωμα". Ελπίζω να είναι κατανοητή απ' όλους η προσπάθεια για χιούμορ στο hyperlink του Θεού - να ξέρετε ότι δεν έχω την πρόθεση να προσβάλλω κανέναν.

Σε όσους φάνηκαν ενδιαφέροντα τα παραπάνω (αν ισχύει το αντίθετο απλά αλλάξτε hobby ή συνεχίστε να παίζετε Sensible) συνιστώ ανεπιφύλακτα την παρακολούθηση των καταπληκτικών ντοκιμαντέρ  του Robert X. Cringely (ψευδώνυμο του Mark Stephens) με τίτλο Triumph Of The Nerds: ίσως ό,τι καλύτερο έχω παρακολουθήσει ποτέ σε σχέση με την ιστορία των μικροϋπολογιστών...




Προσωπικά θεωρώ τα γεγονότα που περιέγραψα παραπάνω πολύ ενδιαφέροντα και ιδιαίτερα διδακτικά - το ίδιο ισχύει και για τη συνέχεια αυτής της ιστορίας που ελπίζω κάποτε να βρω το χρόνο αλλά και (κυρίως) τη διάθεση να γράψω...